Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ. γέρων Πορφύριος

Ο Παππούλης προσηύχετο πολύ. Και ήθελε και τα δικά του πνευματικά παιδιά να κάνουν το ίδιο. Ιδιαίτερα σε εμένα ήθελε, με κάθε τρόπο, να με πείσει να το κάνω. Γι’ αυτό συνεχώς μου μιλούσε, για την δύναμη της προσευχής. Προσευχή, παιδί μου, Ανάργυρε, έλεγε, σημαίνει συνομιλία με τον ίδιο τον Θεό, που είναι ο Πλάστης, είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος! Είναι Εκείνος που έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωση Του. Είναι Εκείνος που έφτιαξε αυτά που

βλέπουμε, αλλά και εκείνα που δεν βλέπουμε με τα ανθρώπινα μάτια μας. Τέλος είναι εκείνος που δεν αρνιέται ποτέ να συνομιλήσει μαζί μα, αρκεί να του το ζητήσουμε εμείς, όποτε θέλουμε και όσες φορές θέλουμε. Δεν πρόκειται να μας πει ποτέ όχι. Αντίθετα, είναι πάντα πρόθυμος να μας ακούσει με προσοχή και με αγάπη όπως κάνει κάθε καλός Πατέρας, όταν του το ζητά το παιδί του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και να μας δώσει ότι του ζητήσουμε, αρκεί να είναι αυτό που του ζητάμε προς το συμφέρον της ψυχής μας. Αλήθεια αναλογίστηκες ποτέ παιδί μου να συνομιλήσεις έστω και μια φορά με κάποιον από τους σημερινούς άρχοντες της Πατρίδας μας και να έγινε η επιθυμία σου; αν όχι σου συνιστώ να το τολμήσεις. Θα διαπιστώσεις ότι η επιθυμία σου θα παραμείνει απλώς επιθυμία! Ουδέποτε θα δεχτούν να μιλήσουν μαζί σου. Το πολύ-πολύ να σε παραπέμψουν σε κανένα παρακατιανό, για να σε ξεφορτωθούν … Αντίθετα ο Κύριος μας που είναι ο Βασιλεύς των Βασιλέων, δεν πρόκειται ποτέ να σε παραπέμψει σε κανέναν και δεν πρόκειται ποτέ να αρνηθεί να συνομιλήσει μαζί σου, δια της προσευχής και πρόσθεσε: τα καταλαβαίνεις αυτά που σου τα λεω; - Ασφαλώς ναι, Παππούλη μου, του απάντησα. – Και, όμως εμένα κάτι μου λεει, πως δεν θέλεις να τα καταλάβεις. Γιατί, εάν τα καταλάβαινες, θα έκανες πιο πολύ προσευχή. – Μα, προσεύχεστε εσείς για μένα, προσέθεσα. –Και όταν τρώγω εγώ, χορταίνεις εσύ; με ρώτησε! Οπότε με αφόπλισε τελείως! – Άκουσε Ανάργυρε, μου λεει. Θα σου κάνω μια πρόταση, αλλά θέλω εξ αρχής να μου υποσχεθείς, ότι θα την δεχτείς, και θα την τηρήσεις. –σας το υπόσχομαι, Παππούλη. Είμαι έτοιμος να κάνω ότι μου πείτε. –Ε! τότε σου προτείνω να προσευχόμεθα την ίδια ώρα ακριβώς, και οι δυο μαζί. Και ο ένας θα προσεύχεται για τον άλλο.

Συμφωνήσαμε και υποσχεθήκαμε. Καθορίσαμε, μάλιστα και την ώρα της προσευχής. Ήταν η 10 μ.μ. Ο Παππούλης, όπως μου εξήγησε, πίστευε πάρα πολύ σ’ αυτό το είδος της προσευχής. Τα αποτελέσματα, μου έλεγε, της κοινής προσευχής, είναι καταπληκτικά. Θα το διαπιστώσεις και μόνος σου. Θέλω όμως, ακριβώς στις 10 μμ. Να είσαι πιστός στο ραντεβού μας. Να μην παραλείψεις, ούτε μία φορά να τηρήσεις την υπόσχεσή σου. Και εγώ θα κάνω το ίδιο.

Προχωρώντας με τον Παππούλη, φτάσαμε στην αφετηρία των λεωφορείων του Πολυγώνου. Αυτήν την φορά δεν με άφησε να τον ακολουθήσω μέχρι το σπίτι του, όπως συνήθως έκανα. Όχι, μου λέει, δεν θα έρθεις μαζί μου. Θα πας σπίτι σου. Προ ολίγου υποσχεθήκαμε κάτι. Πρέπει να αρχίσεις αμέσως. Από απόψε. Το γοργόν και χάριν έχει. Υπάκουσα. Ο Παππούλης επιβιβάστηκε στο λεωφορείο και εγώ περίμενα την αναχώρηση του. Μόλις ξεκίνησε το λεωφορείο, θυμάμαι καλά, μου χτύπησε το τζάμι και μου είπε: Στις 10 ακριβώς! Νομίζω πως αυτή την στιγμή βλέπω την μορφή του και ακούω την φωνή του! Το πρόσωπο του έλαμπε και ομοίαζε με αγγελικό! Ήταν βέβαια, και κατά 30 χρόνια νεώτερος. Στην πιο δημιουργική ηλικία.

Περίμενα στην αφετηρία μέχρι την στιγμή που το λεωφορείο χάθηκε μέσα στο χάος της απέραντης Αθήνας κουβαλώντας μαζί του και έναν άγνωστο, μέχρι τότε, Άγιο της Εκκλησίας του Δεσπότου χριστού και αμέσως μετά έφυγα τροχάδην για το σπίτι μου, προκειμένου να είμαι απόλυτα συνεπής στο ραντεβού της προσευχής.

Πράγματι! Στις 10 μ.μ. κλείστηκα στο δωμάτιο μου και άρχισα να προσεύχομαι. Όμως, από το πρώτο κιόλας λεπτό, άρχισαν να διαπερνούν το σώμα μου έντονα ρεύματα , που άρχιζαν από τα κάτω άκρα και έφθαναν μέχρι την κεφαλή μου και τανάπαλιν(!), ενώ ένα ισχυρό άπλετο φως πλημμύρισε όλο το δωμάτιο μου και μου έδινε την εντύπωση, ότι βρισκόμουν μέσα σε φλόγες, οι οποίες, όμως δεν με έκαιγαν! Στην αρχή τρόμαξα πολύ και λίγο έλειψε να καταληφθώ από πανικό ! αμέσως όπως συνειδητοποίησα ότι όλα αυτά τα φαινόμενα απέρρεαν από την δύναμη της προσευχής του Παππούλη και όχι μόνο ηρέμησα, αλλά καταλήφθηκα από μια πρωτοφανή αγαλλίαση, που μου έδινε την εντύπωση ότι δεν πατούσα καθόλου στην γη! Όλα αυτά συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος της προσευχής. Την άλλη μέρα η πρώτη μου δουλειά ήταν να επικοινωνήσω με τον Παππούλη. Ήμουν αποφασισμένος να μην του πω τίποτα. Ήθελα πρώτα να μιλήσει ο παππούλης. Και έτσι έγινε. Μόλις ζήτησα την ευχή του, ο παππούλης με ιδιαίτερη ικανοποίηση και με τρανταχτά γέλια, μου είπε: Τρόμαξες ε! Και λίγο έλειψε να το βάλεις στα πόδια… Όμως εγώ σε έβλεπα μέσα σε έντονο φως, που πλημμύριζε όλο το δωμάτιο σου και εσύ περιχαρής ανέβαινες –ανέβαινες σαν να ήθελες να φτάσεις στο Θρόνο του Κυρίου! Βλέπεις τι δύναμη έχει αυτού του είδους η προσευχή; Συνέχισε και θα με θυμηθείς. Πράγματι! Τον θυμάμαι. Και θα τον θυμάμαι όχι μόνον σ’ αυτή, αλλά και στην άλλη ζωή. Γιατί τα φαινόμενα αυτά προϊόντος του χρόνου, έγιναν τόσο έντονα ώστε να μην μπορώ να τα περιγράψω!

Μακάρι να προσεύχεται και τώρα μαζί μου. Δεν θα ήθελα τίποτε άλλο. Γένοιτο!


Ο τρόπος τελέσεως της Θείας Λειτουργίας

Προσπαθούσα, πάντοτε κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας να βρίσκομαι μέσα στο Ιερό Βήμα. Και τούτο διότι ήθελα από πολύ κοντά να παρακολουθώ τον π. Πορφύριο, πως τελούσε την αναίμακτη αυτή θυσία. Και δεν μετάνιωσα για την προσπάθεια μου αυτή. Αντίθετα, και σήμερα δηλώνω απερίφραστα, πως εάν ζούσε ο αείμνηστος γέροντας θα έκανα πάλι το ίδιο. Γιατί εκεί μέσα γνώρισα όλο το μεγαλείο της πίστεως! Εκεί μέσα έζησα στιγμές συγκινητικές και απερίγραπτες! Εκεί μέσα άκουσα να συνομιλούν τα κάτω με τα άνω! Εκεί μέσα είδα έναν παππούλη να υψώνει τα άγια χεράκια του προς τον Ύψιστο, όπως ακριβώς τα μικρά και αγνά παιδάκια κατά την ώρα της παιδικής τους προσευχής! Εκεί μέσα παρακολούθησα με πόση ευλάβεια και φόβο Θεού έκανε όλη την προετοιμασία του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας κατά την ώρα της Προσκομιδής! Ιδίως αυτό το τελευταίο με είχε κυριολεκτικά συγκλονίσει! Γιατί, ο π. Πορφύριος, όλο αυτό το θείο μυστήριο το ζούσε στην πραγματικότητα! Και αυτό το έδειχνε με τον τρόπο που χρησιμοποιούσε το πρόσφορο. Δεν το θεωρούσε σαν μια προσφορά. Αλλά νόμιζε ότι εκείνη την ώρα κρατούσε το ίδιο το σώμα του Χριστού. Γι’ αυτό και κάθε φορά που το έκοβε, πονούσε η ψυχούλα του, γιατί ήταν περισσότερο από βέβαιος, ότι την ώρα εκείνη κόβει το ίδιο το σώμα του Ιησού! Στις Δε ευχές που έλεγε κατά τον χρόνο της Προσκομιδής των Θείων δώρων, έδιδε τέτοια έμφαση και τέτοιο τόνο και χρώμα που συγκλόνιζαν ακόμα και τον πιο άπιστο και βάρβαρο στην ψυχή! Μου είναι αδύνατον να λησμονήσω τον τρόπο, που εδέετο υπέρ των ζώντων και των τεθνεώτων! Αυτό το: μνήσθητι Κύριε του δούλου σου τάδε, το έλεγε και το ζητούσε από τον Θεό με τόση γλυκύτητα και με τέτοιο παρακλητικό τόνο, που του ήταν αδύνατο να του αρνηθεί, όχι ο Θεός που είναι πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, μακρόθυμος και γεμάτος αγάπη, αλλά και ο μεγαλύτερος εγκληματίας ολοκλήρου της οικουμένης!

Ακόμη είχα παρατηρήσει, ότι ο Παππούλης καθόλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, έδινε την εντύπωση, πως ούτε ακούει, ούτε βλέπει, ούτε έχει καμμιά επαφή με τον έξω κόσμο. Εκείνος ζούσε στον δικό του κόσμο. Παρά ταύτα εγώ ούτε εκεί δεν τον άφηνα ήσυχο. Κάθε τόσο τον πλησίαζα όλο και περισσότερο, για να του δείξω την αγάπη μου. Και εκείνος ανταποκρινόμενος πλήρως, με σταύρωνε στο μέτωπο μου, πότε με την Ιερά Λαβίδα, πότε με τον Σταυρό του και άλλοτε με ότι Θείο κρατούσε στα άγια χεράκια του την ώρα εκείνη.

Και όταν ο Παππούλης σταύρωνε, δεν έκανε απλώς, το σημείο του Σταυρού, όπως συνήθως, γίνεται από τους ιερείς, αλλά πίεζε με τόση πίστη και δύναμη το μέτωπο, την κεφαλή ή άλλο σημείο του σώματος, που έπασχε, ώστε εκείνος που εσταυρώνετο το ένοιωθε, για τα καλά…μάλιστα!

Προσωπικά είχα υποστεί…πολλές φορές αυτή…την δοκιμασία, όταν ευρισκόμουν στο ιερό κατά την ώρα της θείας λειτουργίας και πάντα έμενα με την εντύπωση, ότι η υπερβολική πίεση που ασκούσε πάνω μου, έκανε το μέτωπο μου να αιμορραγεί, χωρίς στην πραγματικότητα, να συμβαίνει κάτι τέτοιο ποτέ.

Όμως , μια φορά, που βρισκόμουν πλησίον της αγίας Τραπέζης και παρακολουθούσα τον Παππούλη πως εκάλυπτε το δισκάριο με τον Σταυρό, (Σχήμα Σταυρού – μου διαφεύγει η ονομασία), με σταύρωσε με αυτόν, τόσο δυνατά, που όχι μόνο πόνεσα φοβερά, αλλά νόμισα, πως άνοιξε το μέτωπο μου στα τέσσερα (!) και προσπάθησα να …σκουπίσω τα αίματα με το δεξί μου χέρι, χωρίς βέβαια να υπάρχουν και χωρίς να μου δημιουργήσει την παραμικρή αμυχή, στο σημείο που ε σταύρωσε! Ωστόσο, τα μάτια μου βούρκωσαν από τον ισχυρό πόνο και μόνον από ντροπή δεν έκλαψα! Μετά από αυτό το περιστατικό, δεν ξανατόλμησα να τον πλησιάσω.

Επίσης, εκείνο που με είχε εντυπωσιάσει σε βαθμό υπερθετικό, ήταν ο τρόπος με τον οποίο περισυνέλεγε τα Θεία Μαργαριτάρια! Η επιμέλεια του, η ευλάβεια του, η προσοχή του και ο φόβος μήπως παραπέσει κανένα από αυτά, δεν είχαν προηγούμενο! Ίδρωνε, στην κυριολεξία από την αγωνία του!

Τέλος θα το θεωρούσα, τουλάχιστον, μεγάλη παράλειψη, αν δεν ανέφερα, έστω και δυο λέξεις, για τον τρόπο που έψελλε ο π. Πορφύριος.

Η ψαλμωδία του Παππούλη δεν είχε καμμιά σχέση με τις συνηθισμένες ψαλμωδίες, που ακούμε σήμερα στους περισσοτέρους Ιερούς Ναούς. Αλλά είχε κάτι το εντελώς ξεχωριστό. Ήταν πολύ λιτή, απέριττη, σιγανή και απαλλαγμένη από κορώνες και «γαργαριτά», που θυμίζουν ανατολίτικα τραγούδια και «αμανέδες» και απέφευγε συστηματικά να κάνει επίδειξη των φωνητικών του ικανοτήτων χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τις εστερείτο.

Εκείνο που τον ενδιέφερε, ήταν να προφέρει σωστά και καθαρά ότι έψαλλε και να γίνεται αυτό κατανοητό από το εκκλησίασμα αφ’ ενός και να έχει άμεση και συνεχή επαφή με το θείο, αφετέρου. Και τα επετύγχανε και τα δυο! Γιατί είχε μεγάλη πίστη στον Θεό και τον αγαπούσε, όσο τίποτε άλλο στον κόσμο! Γι’ αυτό και ο Θεός τον εδόξασε «έτι ζωντα». Ας τον τιμήσουμε και εμείς τώρα που κοιμήθηκε…


πηγη:Ανάργυρος Ι. Καλιάτσος

Ο Πατήρ Πορφύριος: Ο Διορατικός, ο Προορατικός, ο Ιαματικός

Επτάλοφος 1996

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου