Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Οι κακές έξεις και η θεραπεία τους

Θρησκεία / Ποιμαντική Ψυχολογία
Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης


Α’. Εξέτασε, αδελφέ, τις κακές έξεις και συνήθειες, που απόκτησες με τη ζωή που έκανες αν είναι παλιές, χρειάζεται περισσότερος κόπος, για να καταστραφούν, αν είναι καινούργιες λιγότερος· όπως ένα παλιό και ένα μεγάλο δένδρο, περισσότερο κόπο χρειάζεται, για να κοπεί και να ξεριζωθεί από ένα νέο και μικρό.

Β’. Εξέτασε τις θεραπείες που πρέπει να χρησιμοποιήσεις γι’ αυτές τις κακές σου έξεις και συνήθειες από τις θεραπείες αυτές η πρώτη είναι το να θέλεις να διορθωθείς όχι αμφιβάλλοντας, αλλά αποφασιστικά. Διότι οι σωματικές ασθένειες μπορούν να θεραπευθούν και χωρίς την θέλησή μας οι ασθένειες όμως της ψυχής χωρίς να το θέλουμε, δεν είναι δυνατό να θεραπευθούν. Διότι και γι’ αυτές χρειάζεται μία αποφασιστική θέληση του ασθενή, για να ιατρευθεί και να χρησιμοποιήσει τα μέσα και τα όργανα εκείνα, τα οποία είναι κατάλληλα για τη θεραπεία. Τα μέσα, λοιπόν, και τα όργανα τα οποία μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να θεραπεύσεις τις κακές σου συνήθειες και έξεις είναι εκείνα τα δύο τα οποία μάς φανέρωσε ο Κύριος όταν ελευθέρωσε εκείνον που ήταν δαιμονισμένος από την παιδική του ηλικία λέγοντας «Το γένος αυτό δεν είναι δυνατό να βγει με κανένα άλλο μέσο παρά με προσευχή και νηστεία» (Μάρκ. 9,29).
Γ. Εξέτασε, λοιπόν, τον εαυτό σου, πώς κάνεις την προσευχή σου• διότι πρέπει να προσεύχεσαι όχι με καρδιά, που να περιπλανιέται εδώ κι εκεί και με διασκορπισμένο νου, αλλά να προστρέχεις στο Θεό και να προσεύχεσαι με τόση μεγάλη ταπείνωση και καρδιακή συντριβή και με τόση μεγάλη προσοχή του νου και με τόση μεγάλη καρτερία και υπομονή, όπως θα προσευχόσουν αν βρισκόσουν σε μία μεγάλη θαλασσοταραχή, όπου δεν θα υπήρχε άλλη ελπίδα σωτηρίας παρά μόνο η βοήθεια του Θεού. Διότι σε τέτοια συντετριμμένη και ταπεινή προσευχή ο Θεός δεν αρνείται κανένα πράγμα, αλλά δίνει, όσα είναι απαραίτητα για τη σωτηρία, διότι αυτός μόνο είπε· «Ζητάτε και θα σας δοθεί, ερευνάτε και θα βρείτε, κτυπάτε και θα σας ανοιχθεί η πόρτα. Διότι καθένας που ζητά, λαμβάνει, και καθένας που ερευνά, βρίσκει» (Ματθ. 7,7-8). Αυτός είπε και το παράδειγμα της χήρας και του κριτή της αδικίας για να μάς διδάξει να προσευχόμαστε πάντοτε, να μη παραπονούμαστε, ότι δεν λαμβάνουμε αμέσως τα αιτήματα μας· «Τους είπε και παραβολή, για να τους διδάξει ότι πρέπει να προσεύχονται και να μην αποθαρρύνονται». Έτσι, όπως είναι αδύνατο να αθετήσει το λόγο του ο Θεός και να διαψευσθεί, έτσι είναι αδύνατο να μην εισακουσθείς κι εσύ με την πάροδο του χρόνου, αν εξακολουθείς να προσεύχεσαι αδιάλειπτα και να τον παρακαλείς με τον τρόπο που είπαμε. Έκτος από αυτά, πρέπει να βάλεις στο Θεό μεσίτρια της χάριτος και του ζητήματος, που επιθυμείς την Ύπεραγία Παρθένο, τη μητέρα του Θεού και μητέρα και μάμμη όλων των χριστιανών• γιατί, αν ο Υιός της είναι πατέρας μας και αδελφός μας και Πνεύμα, επόμενο είναι να είναι και αυτή μάμμη και μητέρα μας γλυκύτατη, η οποία μάς δόθηκε ως βοηθός και συνήγορος γι’ αυτό το σκοπό, για να μεσιτεύσει στον Υιό της για μας ως Μητέρα του ελέους. Και αν ο Σειράχ είπε για την Εύα ότι «από τη γυναίκα ξεκίνησε η αμαρτία και εξ αιτίας της πεθαίνουμε όλοι» (Σοφ. Σειρ. 25,24)• εμείς με περισσότερο δίκαιο μπορούμε να πούμε για την Κυρία Θεοτόκο ότι από γυναίκα έγινε η αρχή της σωτηρίας και εξ αιτίας της αναζωοποιούμαστε όλοι. Έτσι μπορούμε να προστρέχουμε σ’ αυτήν με κάθε θάρρος σε κάθε μας περίπτωση και ανάγκη. Και τελικά, για να κάνεις την προσευχή σου αυτή πιο ενεργητική, για να λάβεις εκείνο που ζητάς από το Θεό, πρέπει να ετοιμασθείς προσωπικά με την εξομολόγηση και με την μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων, διότι αυτά τα δύο μυστήρια είναι σαν τα σωληνάρια, μέσα από τα οποία έρχεται σε μας από τον Χριστό κάθε αγαθό.
Δ’. Κατόπιν, εξέτασε τον εαυτό σου για την νηστεία που κάνεις -και, όταν λέω νηστεία, εννοώ κάθε είδους εγκράτεια και αποχή και φαγητών και ποτών και ενδυμάτων και στρωμάτων και σωματικών αναπαύσεων, η στέρηση των οποίων γίνεται ή για κανόνα και παίδευση των προηγουμένων σου αμαρτιών ή για προφύλαξη και πρόβλεψη των μελλοντικών. Γιατί, αν δίνεις στο κορμί όλες τις απολαύσεις και όλες τις αναπαύσεις και αν ζητάς στο κρεββάτι κάθε είδους μαλακά στρώματα και κάθε είδους φαγητού στο τραπέζι· και αν θέλεις να βρίσκεσαι σε όλες τις διασκεδάσεις και σε όλες τις συντροφιές των φίλων σου και να χάνεις τον καιρό σου σ’ αυτές με κάθε είδους αργία· και, για να μιλήσω σύντομα, αν θέλεις να δίνεις κάθε είδους θεραπεία στα πάθη σου και να μην αποφεύγεις κανένα κίνδυνο, από εκείνους που με όλη την προθυμία δεν απέφευγαν όλοι οι άγιοι· αν λέω ζητάς αυτά, πώς είναι δυνατό να ξεριζώσεις τα πάθη και τις κακές έξεις που απόκτησες; «Δένδρο που ποτίζεται καθημερινά πότε θα ξεραθεί η ρίζα του; Και δοχείο που καθημερινά δέχεται προσθήκη υγρού, πότε θα λιγοστέψει;» σου λέει ο άγιος Ισαάκ. Έτσι αν και συ δίνεις στο σώμα τις αναπαύσεις του, με ποιά βάση νομίζεις ότι μπορείς να διορθωθείς; Βέβαια, δεν μπορείς άλλο να περιμένεις στο τέλος μίας τέτοιας ζωής που έζησες με τόσες αμαρτίες παρά έναν ατέλειωτο θάνατο μέσα σε όλα τα κολαστήρια, διότι τέτοια πονηρή ζωή προξενεί και πονηρό θάνατο• «Ο θάνατος που προξενεί, είναι θάνατος φοβερός» (Σοφ. Σειρ.28,21).
πηγή: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Πνευματικά Γυμνάσματα, σελ. 431-433. Έκδοσις Συνοδίας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Η ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Ο Αχάριστος ζει για τον εαυτό του και ζητά τα πάντα για τον εαυτό του και αδιαφορεί για την ζωή του άλλου, διότι έχει ζήσει την μοναξιά του εαυτού του μέσα στις αποτυχίες του. Ζητά να ικανοποιούνται οι επιθυμίες του με σκοπό να ταπεινώνει τους ευεργέτες του χωρίς να δίνει σημασία αν τους προσβάλλει ή τους στενοχωρεί. Είναι καχύποπτος καί αντιδραστικός σε κάθε τι που κάνει ο άλλος, όταν δεν καταλαβαίνει, διότι πάσχει ψυχικά απο τη ζήλεια, απο αισθήματα κατωτερότητος και το φόβο της ψυχικής ανασφάλειας. Τα πάντα λειτουργούν μέσα του σε πλήρη αταξία και γι'αυτό χάνει εύκολα φίλους απο αδυναμία γνωριμίας του εαυτού του. Γίνεται έρμαιο των ψυχικών αδυναμιών του και δεν μπορεί να δει την αλήθεια του εαυτού του, διότι έχει τυφλωθεί από τήν εγωϊσμό. Πάντα η αλήθεια πληγώνει και χάνεται μέσα στο σκοτάδι των ενοχών του. Εύκολα κατηγορεί. Δύσκολα δικαιολογεί τον άλλον. Σπάνια βλέπει τα λάθη του. Ποτέ δεν ταπεινώνεται. Είναι αξιολύπητο άτομο, διότι κρύβεται πίσω από απο τούς άλλους χωρίς να να έχει θάρρος να ομολογήσει τις αδυναμίες του.
Το θάρρος της αγάπης κρύβεται στην υπομονή της στοργής για τον άλλον, χωρίς να κοιτάς τις προσβολές του εαυτού σου, για να δείξεις το μεγαλείο της ψυχής σου στους εχθρούς σου με τη σιωπή της προσευχής σου.
Μάθε να υπομένεις τους άλλους που σε αδικούν με την σιωπή σου χωρίς να τους κατηγορείς, διότι ο Θεός θα τους δικάσει την ώρα της κρίσεώς τους για τις αδικίες και τις άδικες κατηγορίες για σένα.

Το ν'αγαπάς τους εχθρούς σου σημαίνει δεν τους κατηγορείς αλλά χαίρεσαι διότι γίνονται ευεργέτες της ψυχής σου και εύκολα θα αποκτήσεις τον Παράδεισο. Αλλά ο Θεός θα τους κρίνει δίκαια για την αχαριστία τους και την αγνωμοσύνη τους. Αλλοίμονο αν κατηγορούμε τους ευεργέτες μας τότε είμαστε οι αθλιότεροι των ανθρώπων και οι απανθρωπότεροι του κόσμου. 
Η αχαριστία είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα στη ζωή του ανθρώπου. Ο αχάριστος μοιάζει του Ιούδα που πρόδωσε το διδάσκαλό του, Ιησού Χριστό, για 30 αργύρια, που τόσο πολύ ευεργετήθηκε απο τον Κύριον καί καταδικάστηκε αιώνια στην Κόλαση. Ομοίως και ο αχάριστος μοιάζει του Ιούδα που κατηγορεί και διασύρει τον ευεργέτη του απο άμετρο εγωϊσμό και τον πουλάει με τόν άσχημο λόγο του για να δικαιώσει τον κακό εαυτό του.

 Η δικαιοσύνη του Θεού θα αποδοθεί μετά θάνατον, αλλά δώ στη γή, προσωπικά η ζωή του θα είναι γεμάτη αγκάθια και τριβόλια, θλίψεις και άλλα άσχημα θα συμβαίνουν στη παρούσα ζωή του. Αυτό έχει συμβεί σε πολλούς ανθρώπους απο αρχαιοτάτων χρόνων. Ο νόμος του Θεού είναι: ό,τι καλό κάνουμε στη ζωή μας θα λάβουμε καλό, ό,τι κακό κάνουμε στη ζωή μας θα λάβουμε κακό. Αυτός ο νόμος του Θεού είναι αιώνιος και αμετάβλητος.

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

ΝΗΣΤΕΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ-ΙΕΡΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ

15 Νοεμβρίου από σήμερον άρχεται η τεσσαρακονθήμερος νηστεία των Χριστουγέννων...
Επιτρέπεται εκτός Τετάρτης και Παρασκευής, μέχρι 17ης Δεκεμβρίου, από 18-24 κατάλυσις οίνου καί ελαίου (Ράλλη- Ποτλη, Σύνταγμα Ιερών Κανόνων, Τόμος Δ' σελ.488, πρβλ. Πηδάλιον, Αθήναι 1841, υποσ, είς ερμηνεία του ΞΘ'κανόνος Αγ. Αποστόλων).
Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμό τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.
Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’ ἄλλη παράδοση ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικά καὶ τὰ αὐγά καὶ τρῶμε ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, ποὺ νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.
Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη λειτουργικὴ ζωή καὶ ἀγαθοεργία.
Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου.
Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ βίωση τὴς μυστηριακῆς καὶ λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ τῆς ἀκροάσεως τῶν θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη θεία κοινωνία, γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ», δηλαδὴ «Προσπαθεῖστε μὲ σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε ὅλοι μαζί στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν συχνά ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οι δυνάμεις του σατανᾶ καί λύεται κάθε ὀλέθρια ἐνέργεια του».
Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς μαθαίνει νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ Θεό, τὸν Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς μας. Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο πολὺ σημαντικὸ καὶ ἱερό, ποὺ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα μέσα στοὺς αἰῶνες.

Τό Ἱερό Σαρανταλείτουργο

Το Ιερό Σαρανταλείτουργο, κατά την διάρκεια της νηστείας των Χριστουγέννων, υπέρ υγείας ζώντων και υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων αδελφών μας.
Στο υπέροχο βιβλίο «Ιωάννης της Κροστάνδης», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου), διαβάζουμε: «Στην Θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο τής αγάπης. Και ή αγάπη στην ουσία της είναι μεταδοτική. Ή αγάπη, ιδιαίτερα ή θεία, σπεύδει να σκορπίσει το φώς της, την χαρά της όλους… Και συμπληρώνει: ώ αγάπη τελειότατη! ώ αγάπη, πού τα πάντα αγκαλιάζεις! Ώ αγάπη ισχυρότατη! Τί να προσφέρουμε σαν ευγνωμοσύνη στον Θεό για την αγάπη Του προς εμάς; Ή αγάπη αυτή βρίσκεται στην θυσία τού Χριστού, πού προσφέρεται για την άπελευθέρωσι όλων από κάθε κακία…».
Και ό μακαριστός π. Παΐσιος, σχετικά με την ανάγκη προσευχής για τούς κεκοιμημένους, έλεγε: «…να αφήνετε μέρος τής προσευχής σας για τούς κεκοιμημένους. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τούς εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησία λειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα τού κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.
Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαράντα-Λείτουργο. Καλό θα είναι να συνοδευθή και με ελεημοσύνη. Αν έχεις ένα νεκρό, ό όποιος έχει παρρησία στον Θεό, και τού ανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό.
Αν πάλι, έχεις ένα νεκρό, ό όποιος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν τού ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνης ένα αναψυκτικό σε κάποιον πού καίγεται (από δίψα). Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν πού το ανάβει. Ο Θεός ευχαρίστως το δέχεται…». (Μαρτυρίες προσκυνητών, Ζουρνατζόγλου Νικ.)
Για την ωφέλεια από τα Ιερά Σαρανταλείτουργα και τα μνημόσυνα, αξιομνημόνευτο είναι και το περιστατικό πού ακολουθεί από το βιβλίο «Θαύματα και αποκαλύψεις από την Θεία Λειτουργία», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου).
«Κάποιος άρχοντας από την Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει στον θάνατο, κάλεσε την γυναίκα του για να τής εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες: Την περιουσία μου να την μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τούς δούλους να τούς ελευθερώσεις. Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες. Σ’ αυτή του την μεγάλη θλίψη ό ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή τού άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά στην Νικομήδεια, και αμέσως -ώ τού θαύματος!- έγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο. Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τον Θεό για το μεγάλο θαύμα.
-Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποιά ώρα συνήλθες από την αρρώστια;
-Την ώρα πού επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε εκείνος. Ό όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τί είχε λεχθεί στην διάρκεια τής αρρώστιας του και ξαναρώτησε:
-Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για την σωτηρία τής ψυχής σου;
-Όχι, γέροντα. Τί θα είχα να ωφεληθώ άν άφηνα κάτι; Δεν θα πήγαινε χαμένο;
-Μην το λες αυτό.
Ό άδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις έν ύμίν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν έπ’ αυτόν άλείψαντες αυτόν έλαίω έν το ονόματι του Κυρίου και ή ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα, και έγερεί αυτόν ό Κύριος· καν αμαρτίας ή πεποιηκώς, άφεθήσεται αύτώ». Να λοιπόν πού οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη. Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό, για λειτουργίες, και θα λάβεις από τον Θεό την πρέπουσα πληροφορία.
Έτσι κι έκανε. Έδωσε χρήματα σ’ έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στον σπίτι του. Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν’ ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά. -Κύριοι μου, φώναξε έκπληκτος ό άρχοντας, πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;
-Εμείς οι σαράντα, πού βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες πού έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μάς έστειλε Εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησίας. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Να, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, πού έγιναν για να ενωθεί ό Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου.
Ύστερα από αυτά, ό άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν να ανεβάσουν την ψυχή του ανθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.
Εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχή καθὼς ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη ὠφέλεια πιστεύουμε ὅτι θὰ λάβουν αὐτοί, γιὰ τοὺς ὁποίους δεόμαστε κατὰ τὴν ἁγία καὶ φοβερὴ θυσία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ Χριστὸν ἐσφαγιασμένον ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων προσφέρομεν ἐξιλεούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν τὸν φιλάνθρωπον Θεόν». Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν νομοθέτησαν τυχαία οἱ Ἀπόστολοι νὰ μνημονεύουμε κατὰ τὰ φρικτὰ μυστήρια (Θεία Λειτουργία) τοὺς κεκοιμημενούς. Γνωρίζουν ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτούς».
Ἡ ἐμπειρία μαρτυρεῖ γιὰ τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ποὺ δὲν εἶναι «ἀτομικὴ προσευχὴ» ἀλλὰ ἡ προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας.
Πηγή: www.osiaeirini.gr

Σαρανταλείτουργο « υπέρ αναπαύσεως»

Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, πού συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.
Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε:
Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει νά κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;
Ό ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης:
Δώσε εντολή νά σου κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ' ένα εξωκλήσι.
'Έτσι κι έγινε. Ό κυρ-Δημήτρης - αυτό ήταν το όνομά του - άφησε εντολή στο γιο του νά κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο.
Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη.
Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε νά κάνει το σαρανταλείτουργο, πού ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των άγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε νά γίνει ήμέρα Κυριακή.
Το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει νά επιστρέψει ατό σπίτι του.
Η πρεσβυτέρα του πρότεινε νά βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη νά τελέσει την τελευταία λειτουργία. Τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε νά βγάλει το δόντι.
Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό νά του τα δώσει την επόμενη μέρα.
Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για νά προσευχηθεί. Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε νά φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ' το μυαλό του ή ακόλουθη σκέψη: "Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ἢ τα καθιέρωσε ή εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;"
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. "Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του νά βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, πού μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία.
Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος!", μονολόγησε. "Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!"
Εξετάζόντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ' τα διαμάντια και το χρυσάφι. "Η αμορφία του ήταν ανέκφραστη.
Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε - τι χαρά! - βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.
Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή. Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα.
Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι' αυτόν τον τόπο. 'Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες;
Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
Ή φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, πού της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε νά καταταχθώ σ' αυτό το μέρος. "Ήταν μάλιστα νά μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, πού το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του - κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.
'Ύστερα απ' αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες.
Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των άγίων Απόστολων. ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά:
Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. 'Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο. Αυτό το είπε για νά Μην τον λυπήσει.
Ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα.
Όταν έφτασε στο σημείο πού ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό.
Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος πού εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά.
Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.
Θαύματα και αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία
(Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής)

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

ΘΑ ΚΟΙΝΩΝΗΣΕΙΣ; ΠΡΕΠΕΙ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ ΝΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΘΕΙΣ... ( επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτη )

Οι παλαιοί χριστιανοί κοινωνούσαν με δάκρυα, με μετάνοια, με κατάνυξιν, με φόβο Θεού. Τώρα, εμείς, οι σημερινοί Χριστιανοί, τι κάμνομεν; Ποία είναι η στάσις μας εμπρός εις το φρικτό αυτό μυστήριο; Εάν εξετάσωμεν τους Χριστιανούς της σήμερον, θα τους κατατάξωμεν εις τρεις κατηγορίας.
Πρώτη κατηγορία. 
Είναι οι ακοινώνητοι. Οι δυστυχείς! Έχουν να κοινωνήσουν 5, 10, 15, 20 χρόνια. Μερικοί απ’ αυτούς έχουν να κοινωνήσουν από τότε που ήσαν μικρά παιδιά και η χριστιανή μητέρα τους, τούς οδηγούσεν εις την εκκλησίαν. Τι αμαρτία! Τι φρίκη! 
Να έρχονται αι μεγάλαι εορταί και αυτοί να μένουν ασυγκίνητοι, ακοινώνητοι. Οι δυστυχείς! Ζουν χωρίς Χριστόν, χωρίς χαρά. Αυτοί δεν θα εορτάσουν Χριστούγεννα, έστω και εάν έχουν όλα του κόσμου τα αγαθά. Εφ’ όσον δεν έχουν τον Χριστόν, δεν έχουν την χαράν. Διότι γιορτάζει εκείνος μόνον που έχει τον Χριστόν εις την καρδίαν του.
Δευτέρα κατηγορία. 
Είναι εκείνοι που κοινωνούν, αλλά, αλλοίμονον, κοινωνούν αναξίως. Τους βλέπετε; Όταν έλθουν τα Χριστούγεννα, τα Θεοφάνεια και το Πάσχα, τρέχουν εις την εκκλησίαν και κοινωνούν. Κοινωνούν χωρίς καμμίαν ψυχικήν προετοιμασίαν... 
Μερικοί από αυτούς έχουν διαπράξει μεγάλα αμαρτήματα, έχουν βλασφημήσει και ψευδορκήσει, έχουν κλέψει και απατήσει, έχουν υβρίσει και ατιμάσει, και τι δεν έχουν! Και όμως κοινωνούν. Κοινωνούν αυτοί που θα έπρεπε να μείνουν 2-3 χρόνια μακράν της Θείας Κοινωνίας. Αλλά κοντά εις αυτούς κοινωνούν και άλλοι πολλοί και πολλές, που δεν έχουν κάνει βέβαια μεγάλα αμαρτήματα, αλλά πάντως είναι χρεώσται και ένοχοι ενώπιον του Θεού δια πλείστα όσα αμαρτήματα, που φαίνονται μεν μικρά, εάν τα ζυγίσωμεν με ανθρώπινες ζυγαριές, αλλά, εάν τα ζυγίσωμεν επάνω εις την πλάστιγγα του Ευαγγελίου, τότε θα δούμε ότι δεν είναι παρωνυχίδες αλλά είναι και αυτά αμαρτήματα, σοβαρά και μεγάλα που θα μας κλείσουν την πόρτα του Παραδείσου, εάν μείνουν έτσι μέσα εις την ψυχήν μας...
Άνθρωποι! Όσοι θέλετε να κοινωνήσετε, προσέξατε! Μη κοινωνήσητε, εάν πρωτύτερα δεν καθαρισθήτε από κάθε αμάρτημά σας. Μη ειπήτε ότι δεν έχετε αμαρτήματα!Όποιος θα πει αυτό, είναι ψεύτης. Διότι ένας υπήρξεν ο Άγιος, ο Χριστός. Η ψυχή όλων ημών των άλλων, είναι ακάθαρτος. 
Μια τέτοια ψυχή πως θα πλησιάσει τα Άγια; Πρέπει πρωτύτερα να καθαρισθεί, να λουσθεί, να αρωματισθεί, να στολισθεί με την στολήν της χάριτος και να γίνει ωραία ως νύμφη Χριστού. Και που θα γίνει αυτός ο καθαρισμός και ο καλλωπισμός της ψυχής; 
Μέσα εις το μυστήριον της Μετανοίας και εξομολογήσεως, απαντά η Εκκλησία μας. 
Εκεί εις το μυστήριον αυτό ενώπιον του πνευματικού πατρός λύονται και καθαρίζονται αι ψυχαί. 
Εκεί και σύ, αγαπητέ μου αναγνώστα, πρέπει να καθαρισθείς. Άλλως, σε παρακαλώ, ανεξομολόγητος μη ζυγώσεις την Θείαν Κοινωνίαν. 
Διότι είναι φωτιά που καίει. Πρόσεχε! 
Εάν κοινωνήσεις χωρίς εξομολόγησιν, περίμενε να πέσουν επάνω σου ως κεραυνοί αι τιμωρίαι του Θεού. Διότι πολλοί που κοινωνούν αναξίως, έπεσαν εις το κρεββάτι των άρρωστοι και απέθανον φρικτόν θάνατον, βεβαιώνει ο Απόστολος Παύλος.
Τρίτη κατηγορία. 
Ώ, τους μακαρίζω! Είναι ευτυχείς, πανευτυχείς. Κανείς δεν ημπορεί να περιγράψει την χαράν των, χαράν εσωτερικήν, υπερφυσικήν, αγίαν. Είναι οι Χριστιανοί που ως ο Πέτρος και ο ληστής και η αιμορροούσα γυναίκα του Ευαγγελίου έκλαυσαν πικρά δια τα αμαρτήματά των, μετανόησαν ειλικρινώς, εξομολογήθηκαν ενώπιον του πνευματικού, έλαβον την συγχώρησιν των αμαρτημάτων των και τώρα καθαροί, συμφιλιωμένοι με τον Θεόν και τον πλησίον των, με φόβον, με πίστιν και αγάπην κοινωνούν τα άχραντα μυστήρια. 
Κοινωνούν όχι εις καταδίκην, όπως ο Ιούδας, αλλά κοινωνούν εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιωνίαν. Υπάρχουν άνθρωποι ευτυχέστεροι απ’ αυτούς;
Δεν τους ζηλεύετε, Χριστιανοί μου; Εμπρός, λοιπόν, ας τους μιμηθώμεν. Άς καθαρίσωμεν τας ψυχάς μας και ας κοινωνήσουμε. Ο καλός μας Χριστός μας περιμένει όλους στο θεϊκό τραπέζι.... 
Χριστιανοί της πόλεως Κοζάνης, κανείς ας μη ζυγώσει την Θείαν Κοινωνίαν χωρίς να εξομολογηθεί! Μη πείτε: «Που θα βρούμε πνευματικόν πατέρα;». Ευτυχώς εφέτος εις την πόλιν μας ευρίσκεται ο άριστος πνευματικός πατέρας, ο αρχιμανδρίτης Κων/τίνος Πλατής, ιεροκήρυξ Θεσ/νίκης.
Ιδού ευκαιρία μοναδική!
Είθε κανείς ακοινώνητος, αλλά και κανείς ανεξομολόγητος να μη μείνει κατά τας αγίας αυτάς ημέρας.
Το ευχόμεθα και το ελπίζομεν.
( από παλαιότερη ομιλία στήν Κοζάνη, τού τότε μαχητικού Αρχιμανδρίτη καί μετέπειτα Μητροπολίτη Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη )

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

ΠΟΤΕ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΜΑΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ...


ΠΟΤΕ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΜΑΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ...

.Κάνουμε το σταυρό μας:

1. Μόλις ανάψουμε το κερί μας.
2. Όταν μπαίνουμε στους Ιερούς Ναούς και όταν βγαίνουμε από αυτούς.
3. Στην αρχή κάθε ακολουθίας.
4. Σε κάθε Τριαδική εκφώνηση.
Δηλαδή κάθε φορά πού θα λέγεται ή θα ψάλλεται το: «Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι»,ή όταν ακούγεται το «... του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος...».
5. Σε κάθε εκφώνηση της Παναγίας:
«Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας...» που υπάρχει στα Ειρηνικά, Πληρωτικά και Μικρές Συναπτές. 6. Στα Απολυτίκια ή Τροπάρια όταν και όπου ακούγεται το όνομα του Αγίου ή της Αγίας της ημέρας, του Ναού κλπ.
7. Στον Όρθρο, όταν ψάλλεται, επαναλαμβανόμενο, το Μεγαλυνάριο της Παναγίας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ…». Το σταυρό μας είναι προτιμότερο να τον κάνουμε , όταν φθάνει η ψαλμωδία στο: «...την όντως Θεοτόκον ...», για να τονίζεται η πίστη ότι εγέννησε Θεόν.
8. Στη Μικρή και Μεγάλη Είσοδο, όταν περνούν από μπροστά μας το Ευαγγέλιο και τα Τίμια Δώρα.
9. Στον Τρισάγιο ύμνο: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς».
10. Στο «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν...» το όποιο επαναλαμβάνεται τρις. Μαζί με το σταυρό μας σ' αυτήν την περίπτωση κάνουμε κάθε φορά και μία μικρή μετάνοια.
11. Πριν από το τέλος του Εσπερινού, όταν ο Ιερέας λέγει το «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά τό ρήμα σου έν ειρήνη ότι είδον οί οφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου…».
12. Στις απολύσεις των ακολουθιών (Εσπερινού, Όρθρου και λοιπών ακολουθιών),καθώς και στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας.
13. Κάθε άλλη φορά, κατά τις διάφορες αιτήσεις του Ιερέα , έφ' όσον αυτό αναπαύει ή ευχαριστεί τον πιστό.
14. Όταν προσκυνούμε τις άγιες Εικόνες ή άγια Λείψανα.
15. Πριν κοινωνήσουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία.

ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας:

1. Όταν μας θυμιάζει ο Ιερέας. Στις περιπτώσεις αυτές αντί Σταυρού, κάνουμε μια υπόκλιση της κεφαλής ευχαριστούντες τον Ιερέα για την τιμή πού μας κάνει: Μετά τις άγιες Εικόνες να θυμιάζει και εμάς, ως εικόνες του Θεού! Εάν καθόμαστε , πρέπει να σηκωνόμαστε.
2. Όταν στην αρχή του Όρθρου αναγινώσκεται ο Εξάψαλμος.
Το σταυρό μας μπορούμε να κάνουμε στην αρχή και στο τέλος του Εξάψαλμου. Σ' όλη όμως τη διάρκεια αυτού, ακόμη και στο μέσον του, όταν λέγουμε τα «Δόξα... Και νυν... Αλληλούια...» ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας, αλλά παρακολουθούμε «εν πάση σιωπή και κατανύξει» τον Αναγνώστη, ο όποιος «μετ' ευλάβειας και φόβου Θεού», διαβάζει τον Εξάψαλμο. Διότι ό χρόνος αυτός τής αναγνώσεως προεικονίζει το χρόνο τής Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου με φόβο και τρόμο θα αναμένουμε την τελική κρίση Του για εμάς. Και, όπως τότε, έτσι και τώρα θα πρέπει σιωπώντες, όρθιοι, ακίνητοι, χωρίς μετακινήσεις ή, προπαντός, χωρίς και τούς παραμικρούς θορύβους, να παρακολουθούμε την ανάγνωση αυτή. (Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις εσπερινές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, οι οποίες είναι ό Όρθρος της επομένης. Διότι τότε, αφηρημένοι, μπαίνουμε στους Ναούς χωρίς να προσέχουμε, εάν εκείνη την ώρα διαβάζεται ο Εξάψαλμος. Σ' αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παραμένουμε ακίνητοι στην είσοδο του Κυρίως Ναού και μετά το πέρας της αναγνώσεως να μετακινούμαστε για να καταλάβουμε τη θέση μας).
3. Όταν φιλάμε το χέρι Ιερωμένου.
Η συνήθεια ορισμένων να κάνουν το σταυρό τους πριν φιλήσουν το χέρι του Επισκόπου ή Ιερέα ή οποιουδήποτε ρασοφόρου είναι λανθασμένη. Το σταυρό μας τον κάνουμε, όταν ασπαζόμαστε τις άγιες Εικόνες και όχι όταν ασπαζόμαστε το χέρι του Ιερωμένου. Όταν λοιπόν πρόκειται να επικοινωνήσουμε ή να συναντηθούμε με Ιερωμένο, μπορούμε να πούμε «Ευλόγησον, Δέσποτα ή Πάτερ» ή «Την ευχή σας, Σεβασμιώτατε ή Αγιε Καθηγούμενε ή Πάτερ και κάνοντας μία μικρή υπόκλιση της κεφαλής να ασπαστούμε το δεξί του χέρι, όποτε συνεχίζουμε το διάλογο μαζί του, όπως επιθυμεί ό καθένας. Το ίδιο κάνουμε και φεύγοντας από κοντά του. Λέμε, «Την ευχή σας ή Ευλογείτε, Πάτερ», κάνουμε μικρή υπόκλιση, προτείνοντας τις παλάμες μας σταυροειδώς, ασπαζόμαστε τη δεξιά του και φεύγουμε.
4. Όταν λαμβάνουμε το αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα, το οποίο (χέρι) στη συνέχεια το ασπαζόμαστε.
του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου (από το :"Λατρευτικό Εγχειρίδιο" σελ. 168,171)


το θέμα αυτό το βρήκα στη σελίδα της Παναγίας Αλεξιωτίσσης σε αυτο το link http://panagiaalexiotissa.blogspot.com/2011/10/blog-post_5445.html#ixzz2M0iqUB7b 

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΑ ΣΠΑΤΑ Α΄


ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΕΝΗ ΔΑΝΙΗΛΙΔΟΥ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΗ ΕΝΕΦΑΝΙΣΘΗ Ο ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ!

    Η Ελένη Διον. Δανιηλίδου, γεννήθηκε στο χωριό Αναμούρ κοντά στην πόλη Μερσίνα που είναι απέναντι από το νησί Κύπρο, της επαρχίας Κιλικίας.
    Έφυγε από την Τουρκία κατά την μικρασιατική καταστροφή και ήρθε στην Ελλάδα όταν ήταν 10 ετών. Όταν ήρθε κατοίκησε στους Ποδαράδες και εργαζόταν στο εργοστάσιο ταπητουργίας που βρισκόταν εκεί. Σε ηλικία 18 ετών παντρεύτηκε τον Διονύσιο Μιχ. Δανιηλίδη από το χωριό Σαράκιοι του νομού Αϊδινίου Μικράς Ασίας, και κατοίκησε στο χωριό Σπάτα της Αττικής στις 29/04/1930. Η Δανιηλίδου, γέννησε 11 παιδιά εκ των οποίων 10 είναι στη ζωή και ονομάζονται Αναστασία, Μιχάλης, Μανώλης, Χριστίνα, Γεσθημανή, Μαρία, Μάρκος, Σταύρος, Δημήτρης, Αναστάσιος, Γεώργιος.  Την μητέρα της την έλεγαν Αντωνία και τον πατέρα της Ισαάκ Γαβριηλίδη.
     Μετά τον γάμο κατοίκησε στο κτήμα Ηλία Παπακωνσταντή όπου της παρουσιάστηκε ο Ιησούς Χριστός και της υπέδειξε την ανέγερση του Ναού Του. Στις επόμενες σελίδες αφηγείται η ίδια την ιστορία της εμφάνισης του Σωτήρα ενώπιόν της.
†    ―    †

ΠΩΣ ΕΝΕΦΑΝΙΣΘΗ
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΥΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Μια μέρα –λέει η Ελένη Δανιηλίδου- κατά το 1930, ενώ ήμουν σπίτι μου και ετοίμαζα το μεσημεριανό φαγητό, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού μας, τρεις χτύπους. Ήταν κοντά 11π.μ. η ώρα και παραξενεύτηκα, γιατί δεν περίμενα κανένα τέτοια ώρα. Μόλις άνοιξα την πόρτα, είδα μπροστά μου ένα καλόγηρο, με πέδιλα στα πόδια και με φτωχικά ρούχα. Ο άνδρας μου έλειπε στη δουλειά του. Αντίθετα όμως προς τη φτωχική του εμφάνιση, η γαλήνια μορφή του καλόγηρου μου ενέπνευσε σεβασμό, ανάμικτο με κάποια ανεξήγητη ψυχική συγκίνηση. Τον κάλεσα αμέσως να έλθει μέσα για να του προσφέρω από το φαγητό μας που είχε σχεδόν ετοιμασθεί. Εκείνος μου απάντησε«Δεν ήλθα εδώ για το ψωμί σου και για το φαγητό σου, αλλά για να σε δοκιμάσω». Και ύστερα από μικρή σιωπή, αφού με έβλεπε να απορώ, μου πρόσθεσε«Παιδί μου, είσαι τεσσάρων μηνών έγκυος και θα γεννήσεις ένα κοριτσάκι το οποίο θα είναι για σας πολύ τυχερό».
      Ο παράξενος καλόγηρος άρχισε έπειτα να μου μιλάει με εκπληκτικές λεπτομέρειες για τα οικογενειακά μου. «θα περάσεις κι άλλα βάσανα μου είπε αλλά στο τέλος θα ευτυχίσεις». Λέγοντας τα τελευταία αυτά λόγια του, βγήκε από την πόρτα. Δεν τον είδα όμως κοιτάζοντας από το παράθυρο να εμφανισθεί καθόλου στο δρόμο και νόμιζα πως πήγε στην κατοικία της νοικοκυράς μου, στην ίδια αυλή. Όταν τη ρώτησα όμως μου είπε πως δεν είδε κανένα καλόγηρο. Την ίδια απάντηση μου έδωσε και η νύφη της νοικοκυράς μου, που έμενε επίσης σε διπλανά δωμάτια.
       Επέρασαν πέντε μήνες από την ημέρα εκείνη και αλλάξαμε εν τω μεταξύ κατοικία στον κ. Καρυστινό όπου γέννησα ένα κοριτσάκι όπως μου είχε προαναφέρει ο καλόγηρος, αφού έτσι συμπληρώθηκαν εννέα μήνες, από τότε που με είχε βεβαιώσει, ότι ήμουν 4 μηνών έγκυος.

     Κατόπιν φύγαμε από την οικία του κ, Καρυστινού και κατοικήσαμε στον κ. Ηλία Παπακωνσταντή, στο οικόπεδο του οποίου όπως έμαθα κατόπιν από την γειτονιά γίνονταν περίεργα πράγματα και όπου συνέβησαν όλα τα θαύματα και εκπληκτικά γεγονότα που θα σας αφηγηθώ παρακάτω.
     Στη θέση λοιπόν που ήταν ο φούρνος του σπιτιού, έλεγαν πολλοί ότι παρατηρούσαν, όχι σπάνια, μερικά περίεργα σημεία (σημάδια) τα οποία μη ξέροντας που να τα αποδώσουν, σταυροκοπιόντουσαν. Άλλοι μη γνωρίζοντας ότι τα σημεία ήταν Θεία, όπως αποδείχτηκε αργότερα, διέδιδαν ότι στη θέση εκείνη έβγαιναν διάφορα ξωτικά! Κάποιος χωρικός που τον έλεγαν Κυριάκο Πουλάκη, έλεγε ότι όταν περνούσε από το μέρος εκείνο, ένιωθε το χέρι του να σηκώνεται, άθελά του, σαν κάποιος μαγνήτης να το τραβούσε, και έκανε το σημείο του σταυρού.
      Μια μέρα ο Δημητράκης, ένα παιδί 17 ετών, ενώ γύριζε από το χωράφι του,
 πήγε για να πάρει άχυρο, το οποίο είχαν σε μια αποθήκη του οικοπέδου για τα ζώα του. Έξαφνα βλέπει στον φούρνο του οικοπέδου, (εκεί που σήμερα είναι ένα αναμνηστικό μαρμάρινο εικονοστάσι, που τοποθετήθηκε εκεί κατόπιν επιθυμίας του Κυρίου), έναν άνθρωπο γέροντα σαν «επαίτη» (ζητιάνο) που άπλωνε τα χέρια του σαν να ζητούσε ελεημοσύνη. Το παιδί αυτό δεν είχε τη στιγμή αυτή ούτε μια δεκάρα για να ελεήσει τον γέρο επαίτη. Μόλις όμως προχώρησε δυο τρία βήματα βρήκε ένα νικέλινο δίδραχμο και γύρισε πίσω για να τον ελεήσει αλλά δεν τον είδε εκεί. Αυτό το πράγμα έκανε εντύπωση στον νεαρό και το διηγήθηκε, γιατί δεν ήταν δυνατόν να εξαφανισθεί τόσο σύντομα ένας άνθρωπος σε ανοιχτό χώρο. Επίσης είπε το παιδί ότι έβλεπε πολλές φορές να είναι αναμμένο ένα καντήλι δίπλα στο φούρνο και υπέθετε ότι κάποιος χριστιανός θα το άναβε. Αυτά και άλλα πολλά έλεγαν οι χωρικοί ότι είχαν συμβεί στην τοποθεσία αυτή, τα οποία δημιούργησαν ένα θρύλο που επηρέαζε τις ψυχές τους…
†    ―    †

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

     Ήταν όπως θυμάμαι παραμονή του Αγίου Νικολάου και κατά τις 11 το πρωί άκουσα να χτυπούν πάλι την πόρτα μου τρείς φορές. Άνοιξα και βρέθηκα μπροστά σε ένα γέροντα καλόγηρο που μου ζήτησε λίγο ψωμί. Αμέσως πήρα στα χέρια μου μια πίτα μικρή έως 100 «δράμια» περίπου(Το δράμι είναι μονάδα μέτρησηςβάρους που χρησιμοποιούταν στην Ελλάδα μέχρι το 1959. Ένα δράμι στην Ελλάδα ήταν ισοδύναμο με 3,203 γραμμάρια. 400 δράμια ισοδυναμούσαν με μιαοκά).(όπως αυτές που κάνουμε την Καθαρή Δευτέρα) που ήταν ακόμη λίγο ζεστή και του την προσέφερα. Όταν ο σεβάσμιος γέρος πήρε την πίτα στα χέρια του άρχισε να μου λέει τα εξής:
      «Ο σύζυγός σου είναι στη φυλακή και ο κόσμος σου λέει ότι θα καθίσει πολύ καιρό ακόμη. Μην πιστεύεις όμως ότι σου λέει ο κόσμος, αλλά άκουσε αυτά τα οποία θα σου πω εγώ.
      (Ο σύζυγός μου ήταν πραγματικά στη φυλακή, γιατί του είχε ρίξει κάποιος κακός φίλος του ονομαζόμενος Ιορδάνης μερικά δράμια καπνό στην τσέπη του και ύστερα ο ίδιος τον κατήγγειλε ότι είχε καπνό λαθραίο και καταδικάστηκε από τη δικαιοσύνη σε 2500 δραχμές πρόστιμο τις οποίες δεν είχε να πληρώσει).
      Ο σύζυγός σου θα μείνει ακόμη δυο μήνες στη φυλακή και κατόπιν θα βγει». Αυτά τα λόγια μου είπε ο γέρος και παίρνοντας την πίτα μαζί του, έφυγε.
     Αντιλήφτηκα ότι δεν είχα δυνάμεις την στιγμή που μου μιλούσε ούτε να ρωτήσω ούτε να απαντήσω. Ένοιωσα όμως μια δροσιά και μια ευχαρίστηση στη ψυχή μου, ενώ δεν κατάφερα να τον ακολουθήσω φεύγοντας. Αλλά σε λίγο ανέκτησα τις δυνάμεις μου και τότε βγήκα στην αυλή όπου παρατήρησα με έκπληξή μου ότι η πίτα την οποία έδωσα προ ολίγου στον γέροντα, βρισκότανε πάνω στον φούρνο. Αμέσως τότε, πήγα σε μια γειτόνισσα μου και της αφηγήθηκα αυτά που είχαν συμβεί πριν από λίγο. Αυτή τότε μου απάντησε: «Πάρε την πίτα πάλι στο σπίτι σου γιατί φαίνεται πως ο γέρος δεν θα ήθελε ψωμί, αλλά λεφτά».
     Πήρα πραγματικά την πίτα και την πήγα σπίτι μου και συνέβη το εξής καταπληκτικό. Να τρώγω και να χορταίνω επί επτά μέρες συνεχώς και η πίτα να μην τελειώνει. Στα χέρια μου την ένιωθα επί επτά μέρες όπως την έβγαλα από το φούρνο, φρεσκότατη και ζεστή. Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση και πήγα και ρώτησα την κ. Κατίνα Μιχ. Αναστασίου, η οποία όταν της είπα το θαύμα αυτό της πίτας μου είπε: «¨Αχ δεν έπρεπε να μου το πεις γιατί μπορεί να  είναι κανένας άγιος». Γυρίζοντας αμέσως στο σπίτι μου δεν βρήκα στην ντουλάπα μου την πίτα, την οποία άφησα πριν λίγο και την οποία μόνο εγώ ήξερα που την είχα.
     Στενοχωρήθηκα τόσο πολύ όσο ποτέ στη ζωή μου. Ευχαριστώ όμως και πάλι τον Θεό γιατί επέτρεψε σε μένα την ταπεινή Του δούλη, να απολαύσω επί επτά μέρες εκείνο το οποίο πήρε στα χέρια Εκείνος ο λυτρωτής της ανθρωπότητας, ο Ιησούς Χριστός μας!!!
     †    ―    †

ΤΡΙΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

     Μια μέρα και ενώ ήμουν τώρα έγκυος στο δεύτερο παιδί μου, άκουσα τρείς χτύπους στην πόρτα του σπιτιού μου και στην ερώτησή μου «ποιος είναι» άνοιξε η πόρτα και παρουσιάστηκε ο γνωστός μου γέρος μοναχός, ο οποίος αυτή τη φορά ήταν διαφορετικός ως προς την ουράνια μορφή και την εξωτερική ωραία ενδυμασία του« Εγώ είμαι παιδί μου Ελένη , μου είπε, μη φοβείσαι, ήλθα να σου πω αυτά τα λόγια και να φύγω. Είσαι παιδί μου τεσσάρων μηνών έγκυος, θα γεννήσεις καλά και το παιδί που θα γεννηθεί θα είναι αγόρι. Μόνο πρόσεξε να τηρήσεις πιστώς αυτά μου τα λόγια. Ότι και αν υποστεί το βρέφος, έστω και αν κινδυνεύσει η ζωή του ακόμη, να μην το βαφτίσεις εάν δε σου πω εγώ».
    Κατόπιν αφού έστρεψε το βλέμμα του προς τις εικόνες και παρατήρησε ότι το καντήλι ήταν σβησμένο, πλησιάζει προς το εικονοστάσι και αφού πήρε το καντήλι στα χέρια του το είδα αυτόματα να ανάβει. Κατόπιν αφού πήρε το θυμιατήρι άρχισε με ένα μυστήριο τρόπο να θυμιατίζει τις άγιες εικόνες και γύρω από την οικία μου. Ύστερα άφησε το θυμιατό πάνω στο παράθυρο και αφού μου υπενθύμισε την εντολή που μου έδωσε για το παιδί, βγήκε από το σπίτι και έκλεισε μόνος του την πόρτα.
    Είναι αλήθεια ότι κατά την εμφάνιση αυτού του καλόγηρου δεν μπόρεσα να προφέρω ούτε μια λέξη από τη στιγμή που ήρθε έως τη στιγμή που αναχώρησε. Προσπάθησα να τον ακολουθήσω αφού έφυγε αλλά δεν το κατόρθωσα. Νόμιζα πως μια εσωτερική δύναμη με
έσπρωχνε προς τα πίσω. Ύστερα από λίγα λεπτά βγήκα στην γειτονιά αλλά ούτε είδα ούτε άκουσα τίποτα σχετικό που να αφορούσε τον γέροντα μοναχό.
    Εκείνο κυρίως που μου προξένησε μεγάλη εντύπωση είναι ότι παρ’ όλες τις προσπάθειες που έκανα σε κάθε εμφάνιση του μυστηριώδους μοναχού να εξακριβώσω κάτι γι’ αυτόν, δεν κατόρθωνα τίποτα. Όλους όσους ρωτούσα μου απαντούσαν ότι τέτοιον γέροντα μέχρι σήμερα στο χωριό μας, ούτε είδαμε ούτε γνωρίσαμε, αλλά ούτε συναντήσαμε.
     Αναμφισβήτητα, η επαλήθευση του λόγου μου ήταν εκείνο ακριβώς το οποίο με έκανε να πιστεύω ακράδαντα ότι ο γέροντας δεν ήταν τυχαίος και απλός άνθρωπος, αλλά ότι πρόκειται για άνθρωπο που έχει θεία δύναμη.
†    ―    †

Ο   ΠΑΝΤΟΓΝΩΣΤΗΣ   ΘΕΟΣ
ΕΙΣ  ΤΗΝ  ΦΤΩΧΙΚΗΝ  ΜΑΣ  ΟΙΚΙΑΝ

      Την 15ην Αυγούστου εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και ώρα 3 μμ , μου συνέβη άλλο αξιοθαύμαστο γεγονός. Ενώ βρισκόμουν μέσα στην οικία μου, βλέπω να ανοίγει η θύρα ύστερα από τρεις χτύπους και να μπαίνει ο γέρο-καλόγηρος, ο οποίος κάθισε στη συνηθισμένη του θέση και αμέσως άρχισε να μου λέει: «Ελένη παιδί μου, είμαι κουρασμένος. Δώσε μου κάτι να φάγω». Αμέσως έβαλα μέσα σε ένα πιάτο σούπα από κρέας και ένα κομμάτι βραστό που ήταν της κόρης μου η οποία δεν το έφαγε το μεσημέρι και το φύλαξα για το βράδυ. Μη έχοντας τίποτα άλλο να του δώσω, του έδωσα το φαγητό της κόρης μου, Αναστασίας«Αυτό το κομμάτι του κρέατος, μου λέγει, είναι το μερίδιον της κόρης σου της Αναστασίας. Πάρε το λοιπόν και να το δώσεις εις αυτήν». Και ο γέρος άρχισε να τρώει μόνο τη σούπα. Αλλά παρατήρησα ότι ενώ έτρωγε η σούπα ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕ! Ύστερα αφού μου έδωσε λίγες οικογενειακές συμβουλές, αναχώρησε λέγοντάς μου μόνο, «εγώ φεύγω».Σημειωτέον ότι όταν μπήκε ο καλόγηρος στο σπίτι μου, βρισκόταν εκεί και ο σύζυγός μου, ο οποίος εκείνη τη στιγμή κοιμότανε και δεν άκουσε απολύτως τίποτα από όσα είπαμε ο καλόγηρος και εγώ. Μόλις ξύπνησε ο σύζυγός μου, παρατήρησε ότι έκλαιγα και με ρώτησε: «Γιατί κλαίς, τι έχεις;». Τότε άρχισα με μεγάλη συγκίνηση να του διηγούμαι τι είχε συμβεί και να τονίζω ιδιαιτέρως ότι μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι ο καλόγηρος γνώριζε πως το κρέας που του πρόσφερα ήταν της κόρης μου της Αναστασίας. Και από την συγκίνηση δεν μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου.

ΤΕΤΑΡΤΗ  ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ  ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ

     Σύμφωνα με την προφητεία του Σεβάσμιου γέροντα γέννησα το δεύτερο παιδί μου και μετά από περίοδο σαράντα ημερών αφού πήρα την καθιερωμένη ευχή από την Εκκλησία είδα στον ύπνο μου, πως εγώ και η μικρή κορούλα μου Αναστασία μαζί με μια γειτόνισσα βρισκόμασταν σε ένα ψηλό βουνό όπου υπήρχε μια σπηλιά με μια Εκκλησία και μόλις μπήκαμε μέσα είδαμε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, γυμνό, όπως στην Ανάσταση, φορώντας στο κεφάλι του το αγκάθινο στεφάνι. Έκανα αμέσως μετάνοιες πολλές και όταν τελείωσα ζήτησα να ασπαστώ το χέρι του Χριστού, αλλά η Παναγία με το χέρι της με εμπόδισε και μου είπε«Μη ακόμη. Έχεις καιρόν δια να ασπασθείς το χέρι Του. Να κάμνεις 20 μετάνοιες κάθε πρωί και κάθε βράδυ επί σαράντα ημέρες και έπειτα θα αξιωθείς να φιλήσεις το χέρι του γιού μου».
    Εγώ πίστεψα απολύτως στα λόγια που μου είπε η Παναγία στο όνειρό μου και έκανα κατά γράμμα ότι μου είπε.

†    ―    †

ΠΩΣ  ΕΣΩΘΗ  ΤΟ  ΠΑΙΔΙ  ΜΟΥ
   
     Ήταν παραμονή των Βαΐων όταν οι 40 μέρες έληξαν. Το πρωί κατά τις 11 άκουσα και πάλι εκείνο τον περίεργο χτύπο στην εξώπορτά μου, και λέω, «εμπρός, ποιος είναι»; «Εγώ», απαντά ο γέρος και ανοίγει την πόρτα του δωματίου.«Άκουσε Ελένη παιδί μου, μου λέγει. Να σου πω. Οι μετάνοιές σου τελείωσαν, μόνο ένα σου υπολείπεται ακόμη να κάμεις, εάν θέλεις τελείως να συγχωρεθείς. Να υπάγεις να συναντήσεις την θετή σου μητέρα που βρίσκεται στα Πετράλωνα, και να συγχωρεθείτε, να αγαπήσετε. Κατόπιν να υπάγεις εις την θεία σου Θεοφανία, η οποία κατοικεί εις τον Πειραιά και να παραλάβεις την μικράν κόρην σου Αναστασίαν, διότι εάν και αύριο μείνει εκεί θα πάθει μεγάλο κακό, εάν όμως ευρίσκεται πλησίον σου εδώ δεν θα πάθει τίποτε». Και με τα λόγια αυτά εξαφανίστηκε. Το απόγευμα περίμενα τον άντρα μου με αγωνία για να του πω το γεγονός. Όταν γύρισε ο Διονύσης από την δουλειά του (ήταν κτίστης) και άκουσε τα λόγια μου, συγκινήθηκε τόσο, ώστε γονατιστός και με ευλάβεια, μπροστά από τις σεβαστές εικόνες που είχαμε, σήκωσε τα χέρια του προς τον Θεό και ζήτησε την επέμβαση της Θείας δύναμης. Στράφηκε μετά σε εμένα και μου είπε: «Αυτά τα οποία βλέπεις δεν πρέπει να τα εκμυστηρεύεσαι στον ένα και στον άλλο. Πιστεύω ότι αυτός ο άνθρωπος που σου παρουσιάζεται συχνά θα είναι ασφαλώς κανένας Άγιος. Εσύ πάντως δεν πρέπει να αδιαφορήσεις, αυτά που σου είπε πρέπει να τα κάνεις».
     Την άλλη μέρα πήγα πραγματικά στα Πετράλωνα, βρήκα την μητριά μου και ζήτησα συγχώρεση. Αυτή όχι μόνο με συγχώρεσε, αλλά και με αγκάλιασε και έκλαψε μαζί μου. Έμεινα κοντά της περίπου δύο ώρες και έπειτα πήγα στη θεία μου στον Πειραιά, για να πάρω την μικρή μου κόρη. Η θεία μου προσπάθησε με κάθε τρόπο να με κρατήσει μια ημέρα κοντά της. Δεν μπορούσα όμως να την ευχαριστήσω γιατί είχα υπ’ όψιν μου τους σοβαρούς λόγους του γέροντα. Ο καιρός δεν ήταν καλός και φαινόταν πως θα έβρεχε.
     Πραγματικά στο δρόμο άρχισε να βρέχει και αργότερα η βροχή δυνάμωσε. Το αποτέλεσμα ήταν να βραχεί το μικρό και μόλις το έβαλα στην κούνια του άρχισε να το βασανίζει ο πυρετός. Επί τρείς ημέρες η κατάσταση του παιδιού μου ήταν η ίδια. Την Τρίτη μέρα, δηλαδή την Μεγάλη Τετάρτη όμως, βλέποντας να επιδεινώνεται η κατάσταση του μικρού μου, άρχισα να κλαίω απαρηγόρητα, ενώ συγχρόνως παρακαλούσα από τα βάθη της ψυχής μου τον Κύριο, να ευσπλαχνισθεί την οικογένειά μου και να χαρίσει την υγεία στο λατρευτό μου παιδί.
     Η ώρα θα ήταν περίπου 11 πμ. Και ενώ είχα σκύψει πάνω από το προσκέφαλο του μικρού μου παιδιού και με δάκρυα στα μάτια περίμενα από στιγμή σε στιγμή την «εξ ύψους βοήθεια», αιφνιδιάστηκα όταν άκουσα τον παρήγορο εκείνο χτύπο. Και όπως έγινε φανερό από τα γεγονότα, ο Κύριος ο Άρχων της ζωής και του θανάτου, άκουσε την φωνή της δέησής μου και πριν τελειώσω τις τελευταίες λέξεις εμφανίστηκε η γλυκιά μορφή του σεβάσμιου Μοναχού. Ποιος είναι; Ρώτησα μόλις άκουσα τους τρεις χτύπους «Εγώ είμαι παιδί μου Ελένη» απαντά, ενώ συγχρόνως ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο Μοναχός. Με πλησίασε και μου είπε:
      «Τι έχετε πάθει; Γιατί είσαι στενοχωρημένη;» Πώς να μην είμαι στενοχωρημένη γέροντα, του λέω, να το παιδί μου έχει τώρα τρεις μέρες που αρρώστησε και με όλη μου την προσπάθεια αντί να καλυτερεύσει η κατάστασή του, χειροτερεύει.
 «Μην κλαίς, μου λέει Ελένη παιδί μου» και αγγίζει με την ευλογημένη δεξιά Αυτού χείρα στο μέτωπο του ασθενούς παιδιού μου. Με λόγια παρηγορητικά, προσπαθεί να με πείσει ότι το παιδί μου δεν έχει τίποτα, ότι δεν πρέπει να κλαίω, και ότι πρέπει να παύσω πλέον να στεναχωριέμαι για την αρρώστια του παιδιού μου. Και έπειτα πλησίασε στο κρεβατάκι του μικρού. Την ώρα εκείνη το πρόσωπό Του έλαβε διάφορες εκφράσεις. Καταλάβαινε κανείς παρατηρώντας το πρόσωπό Του, ότι στο δωμάτιό μου δεν βρισκόταν εκείνη τη στιγμή κάποιος απλός άνθρωπος, αλλά κάποιος ανώτερος που κατά Θείο πρόσταγμα είχε την δύναμη να σκορπίσει την χαρά και την υγεία μέσα στο φτωχικό μου σπίτι. Στάθηκε λοιπόν ο γέροντας στην κλίνη του μικρού, έσκυψε επάνω του και χαϊδεύοντας το, του έβαλε στο στόμα μια άσπρη σκόνη, σαν το λευκό μάρμαρο και στράφηκε προς εμένα που είχα μείνει αμίλητη, βλέποντας σαν Θαύμα την διαφορά της υγείας του παιδιού μου, μόλις έλαβε και ήπιε την μικρή εκείνη δόση από τα χέρια του γέροντα, μου είπε: «Μην ταράζεσαι, μην ανησυχείς και το παιδί σου δεν θα πάθει τίποτα. Μόνο πρόσεξε να κάμεις αυτό το οποίο τώρα θα σου ειπώ. Σας είχα δώσει εντολήν, ότι ακόμα κι αν το μικρό κινδυνεύσει να αποθάνει, να μην το βαπτίσετε προτού σας έλεγα εγώ. Λοιπόν ήρθε η ώρα που πρέπει να βαπτισθεί. Αύριο, Μεγάλη Πέμπτη, προ της ακολουθίας του όρθρου, να ειδοποιήσετε τον εφημέριο της εκκλησίας σας δια να βαπτίσει το παιδίον. Γνώριζε δε και τούτο. Ότι κατά την τέλεση του μυστηρίου, θα παρευρίσκομαι και εγώ, με μόνη την διαφορά ότι δεν θα δυνηθεί κανείς να με ίδει, εκτός από ένα ή και δύο άτομα. Εγώ τώρα θα φύγω και πρόσεξε να κάμεις αυτό που σου είπα.» (εδώ πρέπει να σημειώσω ότι όταν εμφανιζόταν ο γέροντας καλόγηρος, μου έλεγε: «Εγώ είμαι παιδί μου Ελένη», και όταν έφευγε,
έλεγε: «Φεύγω εγώ». Αυτά επαναλάμβανε σε κάθε του εμφάνιση).
   Το βράδυ, όταν ο σύζυγός μου γύρισε από την εργασία του, τον πληροφόρησα λεπτομερώς για τα όσα συνέβησαν. Ο άντρας μου όταν με άκουσε να εξιστορώ τα θαυμάσια της ημέρας εκείνης γεγονότα, άρχισε να σταυροκοπιέται και να δοξάζει και να ευχαριστεί τον Άγιο Θεό. Πιστεύοντας χωρίς καμία αμφιβολία, σηκώθηκε αμέσως, πήγε στον ιδιοκτήτη της οικίας μας και τον παρακάλεσε να πάνε στο σπίτι του εφημέριου, να του εξιστορήσουν πως έχουν τα πράγματα, γιατί ο ιδιοκτήτης μας επρόκειτο να βαπτίσει το παιδί. Ο πατήρ Αριστείδης δέχθηκε ευχαρίστως να βαπτίσει το παιδί την επόμενη μέρα, πριν από την ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης. Κατά την τέλεση όμως του Μυστηρίου, συνέβη το εξής αξιοθαύμαστο.
     Κατά την ώρα της Κατηχήσεως ενώ ως συνήθως εμείς οι γονείς των παιδιών βρισκόμασταν έξω από την οικία και ακριβώς την στιγμή που έπρεπε να δοθεί το όνομα στο νεοβαπτιζόμενο, η μικρή μου κόρη Αναστασία άρχισε να φωνάζει αναζητώντας τους γονείς της. «Παππούς – Παππούς» (Παππού η μικρή Αναστασία έλεγε τον σεβάσμιο Καλόγηρο). Μετά από λίγο από τις κραυγές της κόρης μου, εκτός από εμάς τους γονείς της μπήκαν μέσα και άλλοι πολλοί άνθρωποι επιθυμώντας να δουν τον Άγιο γέροντα, αλλά παρ’ όλες τις προσπάθειές τους, κανείς από τους παρευρισκόμενους δεν μπόρεσε να τον δει αν και η μικρή εξακολουθούσε να δείχνει με τα χέρια της προς αυτούς, το μέρος όπου είχε σταθεί ο Σεβάσμιος γέροντας.
ΠΕΜΠΤΗ  ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ  ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ

     Την παραμονή της Ζωοδόχου Πηγής, ενώ βρισκόμουν στο δωμάτιο μου και διάβαζα ένα θρησκευτικό βιβλίο άκουσα τον συνηθισμένο χτύπο. Αμέσως κατάλαβα περί τίνος πρόκειται, αλλά προτού να προλάβω άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο καλόγηρος, όχι όμως όπως άλλοτε αλλά πολύ διαφορετικός στην εμφάνιση. Και τούτο διότι, ενώ άλλοτε εμφανιζόταν σε ηλικία 65-70 ετών και με ρούχα παλιά σαν ένας φτωχός γέρος που είχε ανάγκη ανθρώπινης βοήθειας, αυτή τη φορά, με κατάπληξή μου αντίκρισα έναν άντρα νεαρό έως 30 ετών, με λαμπρή ενδυμασία. Από την απροσδόκητη αυτή αλλαγή ένιωσα να αλλάζει το χρώμα του προσώπου μου και η γλώσσα μου δέθηκε χωρίς να μπορεί να προφέρει ούτε λέξη.
     Ο νεαρός Μοναχός βλέποντας την ψυχολογική μου κατάσταση και την μεγάλη ταραχή μου, άρχισε αμέσως με τα Θεία Του λόγια να με καθησυχάζει. «Μη φοβάσαι μου λέει, μην ανησυχείς. Εγώ είμαι. Πρόσεξε μόνο να κάμεις αυτό που θα σου πω. Αύριον να απομακρύνετε από το μέρος του φούρνου όλες τις ακαθαρσίες και την κόπρον, ώστε ο τόπος αυτός να είναι καθαρός, διότι δεν δύναμαι πλέον να υποφέρω αυτές τις ακαθαρσίες. Τον φούρνον δε άλλη φορά να μην τον χρησιμοποιήσετε αλλά εις το έμπροσθεν αυτού θα ανάπτεις πάντοτε κανδήλι. Επειδή δε είσαι πτωχή και αδυνατείς να διαθέτεις το έλαιον, εγώ θα φροντίζω δι’ αυτό. Εάν δε κάποτε στερηθείς τούτο τελείως να μην στενοχωρείσαι, εγώ θα ανάπτω το κανδήλι. Και το πρώτο που θα ανάψετε το κανδήλι μου θα το πάρετε από το νοικοκύρη σας». Με πολύ σεβασμό και μεγάλη συγκίνηση αλλά χωρίς φόβο (γιατί εφ’ όσον βρισκόμουν κοντά στον Κύριο ποτέ δεν ένιωσα φόβο) τον ρώτησα για πρώτη φορά: «Ποιος είσαι πάτερ δια να σου ανάψω κανδήλι και τι θα πει ο κόσμος;» «Ο κόσμος δεν θα πει τίποτε, μου απαντά. Και αυτοί που θα πουν θα μετανοήσουν. Εγώ είμαι ο Ιησούς Χριστός» είπε με μια φωνή μελωδική επιβλητική και αμέσως εξαφανίστηκε σε μια εκτυφλωτική λάμψη, που με έκανε να κλείσω τα μάτια μου.
     Όταν μετά από λίγο συνήλθα, από την απροσδόκητη, πρωτοφανή και Ουράνια εξαφάνισή του, έσπευσα αμέσως να καθαρίσω το μέρος του φούρνου και ύστερα το άσπρισα. Όταν γύρισε ο άντρας μου από την δουλειά και του είπα τα καταπληκτικά συμβάντα και την παραγγελία του Ιησού Χριστού να ανάψουμε κανδήλι, γονάτισε μπροστά στα εικονίσματα και προσευχήθηκε για την μεγάλη χάρη και τιμή που έγινε στο φτωχικό μας σπίτι. Την άλλη μέρα πήγε ο σύζυγός μου και παρήγγειλε ένα φανάρι, γιατί σκεφτήκαμε ότι ανοικτό το κανδήλι δεν θα βαστούσε αναμμένο από τον αέρα, έχοντας υπ’ όψιν να το ανάψουμε την επόμενη, ανήμερα της Ζωοδόχου Πηγής, όπως μου είπε ο Κύριος.
     Την άλλη μέρα πήγα στον νοικοκύρη μου, ο οποίος μου έδωσε μια οκά λάδι και στον οποίο δεν είπα ακόμη γιατί το θέλω και άναψα το κανδήλι για πρώτη φορά. Το κανδήλι το τοποθέτησα στο μέρος ακριβώς του φούρνου όπου ο Κύριος άφησε την πίτα.
     Την ίδια μέρα η μικρή μου κόρη Αναστασία, η οποία ήταν μόλις δύο ετών, βγήκε από το σπίτι με τα παιδικά της παιχνίδια για να παίξει. Όταν απομακρύνθηκε λίγο από το σπίτι και προχώρησε στον δρόμο, περνούσε την ώρα εκείνη ένα αμάξι(άμαξα, κάρο) το οποίο από απροσεξία του αμαξά, την ανέτρεψε και την πάτησε.
     Τότε άρχισε η μικρή να φωνάζει και στις φωνές της έτρεξαν μερικοί γείτονες για να δώσουν τις πρώτες βοήθειες στην κόρη μου. Την πήραν στην αγκαλιά τους και μου την έφεραν σπίτι. Εγώ ήμουν απασχολημένη με το μωρό μου, όταν άξαφνα ακούω την φωνή του γνωστού μου καλόγηρου, τον οποίο δεν έβλεπα αυτή την φορά, να επαναλαμβάνει το όνομά μου τρεις φορές: «Ελένη, Ελένη, Ελένη».Μόλις άκουσα την φωνή, ρώτησα: «Ποιος είναι; Τι τρέχει;» Και η ίδια φωνή μου απάντησε: «Ελένη άφησε γρήγορα το παιδί σου στην κούνια και τρέξε έξω».Πετάχτηκα αμέσως έξω στην αυλή μου όπου άκουσα φωνές και κλάματα και οχλοβοή. Κατατρομαγμένη μόλις άνοιξα την πόρτα, βλέπω την μικρή μου κόρη Αναστασία σαν μισοπεθαμένη στα χέρια των γειτόνων μου. Όλοι προσπαθούσαν να με καθησυχάσουν και να με παρηγορήσουν λέγοντας ότι δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Εγώ φώναζα: «Τι έχει το κορίτσι μου; Γιατί βρίσκεται σε τέτοια χάλια; Σε αυτήν την άθλια κατάσταση;» «Το πήρε λίγο η ρόδα του αμαξιού. Το χτύπησε και έπεσε κάτω».
    Δυστυχώς όμως η κόρη μου δεν είχε χτυπήσει λίγο αλλά η ρόδα του αμαξιού είχε περάσει πάνω από το σώμα της. Νόμιζε κανένας, ότι σε λίγα λεπτά η μικρή μου Αναστασία θα ξεψυχούσε. Ο Ύψιστος όμως δεν ήθελε να αφαιρέσει από τις μητρικές μου αγκαλιές την πρωτότοκή μου κόρη. Γι’ αυτό είχε συντελεσθεί το θαύμα, το αμάξι είχε περάσει πάνω από το σώμα του παιδιού, το τόσο τρυφερό και εύθραυστο, χωρίς να πάθει ούτε κάταγμα ούτε κανένα τραύμα. Ο Κύριος το είχε προστατεύσει με την άπειρη ευσπλαχνία του και το έλεός του. Εν τω μεταξύ οι γείτονες είχαν τρέξει να φέρουν το γιατρό. Στον δρόμο τον είχαν βεβαιώσει πως είδαν να περνάνε οι ρόδες του κάρου επάνω από το κορμάκι της μικρής. Μα ο γιατρός μόλις την εξέτασε δεν βρήκε τίποτα, εκτός από διάφορους μώλωπες και κάνοντας τον σταυρό του μου είπε: «Κυρά μου το παιδί σου δεν έχει τίποτα σοβαρό. Γλίτωσε ως εκ θαύματος».
    Όταν συνήλθε τελείως η Αναστασία μου ζήτησε να την βάλω να αναπαυθεί. Πριν κοιμηθεί όμως, ζήτησε την εικόνα της Θεοτόκου, την πήρε στα χέρια της, την φίλησε και είπε: «Παναϊτσα μου, κάνε με καλά να πάω άβιο να πάλω καραμέλες…». Και η Παναγία εξεπλήρωσε την παράκληση της αθώας ψυχούλας της μικρής. Έτσι πραγματοποιήθηκε και η προειδοποίηση του Μοναχού ότι το παιδί αν ήταν κοντά μου δεν θα πάθαινε τίποτα.
†    ―    †

ΤΟ  ΟΡΑΜΑ  ΤΗΣ  ΑΣΗΜΕΝΙΑΣ

     Μια μέρα η γειτόνισσά μου κ. Ασημένια, μου εξέφρασε την απορία της γιατί άναβα διαρκώς κανδήλι μπροστά στο φούρνο. Εγώ της εξήγησα τους λόγους και την επομένη η κ. Ασημένια, χωρίς να πει τίποτα, πήγε μόνη της λάδι κι άναψε το κανδήλι. Το ίδιο βράδυ είδε μέσα στον βαθύ ύπνο της, πως μπήκαν στο δωμάτιό της όταν κοιμότανε, μια γυναίκα ψηλή και ωραία ντυμένη σεμνά μαζί με ένα σεβάσμιο γέροντα ο οποίος άρχισε σαν αρχιερέας, να ευλογεί και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού της. Η Ασημένια ξύπνησε, ταραγμένη και προσπαθούσε να δώσει μια εξήγηση του παράδοξου ονείρου της, όταν την άλλη μέρα το πρωί εκεί που άναβα φωτιά ακούω στην πόρτα μου τους συνηθισμένους πια τρεις χτύπους. Ανοίγω και βρίσκομαι μπροστά στη Θεία μορφή του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού ο οποίος μου έδωσε εντολή να πάω στην Ασημένια και να της πω ότι αυτό που είδε στον ύπνο της δεν ήταν όνειρο αλλά πραγματικότητα.
      Της είχε εμφανισθεί ο Κύριος , επειδή είχε πάει αυθόρμητα, μόνη της, λάδι και είχε ανάψει το κανδήλι του.
     «Να της ειπείς, παιδί μου Ελένη, εξακολούθησε ο Κύριος, να ειπεί και εις τους αδελφούς της να έρχονται να μου ανάβουν το κανδήλι και θα έχουν την βοήθειά μου».
     Εγώ συγκινήθηκα και δεν μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου που άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου και τόλμησα να πω στον Κύριο: «Καλά, Κύριε, όταν όλα αυτά τα μάθουν οι χωρικοί τι θα πουν»; Γιατί σκέφτηκα μήπως με παρεξηγήσουν πολλοί και με συκοφαντούσαν εκθέτοντας και την οικογένειά μου, ότι τάχα με τον τρόπο αυτόν επεδίωκα ίσως να αποκτήσω υλικά συμφέροντα. Γι’ αυτό και είχα αναλυθεί σε δάκρυα μπροστά στο Σωτήρα. «Γιατί παιδί μου Ελένη κλαίς;»με ρώτησε. «Κλαίω γιατί σκέφτομαι τι θα πουν οι άνθρωποι όταν ακούσουν από το στόμα μου τέτοια λόγια».
     Τότε  ο Κύριος με ένα ελαφρό καλοκάγαθο χαμόγελο μου είπε: «Να μην φοβείσαι, Ελένη παιδί μου, καθόλου. Όλα αυτά τα οποία γνωρίζεις δι’ εμέ, ειπέτα εις τους ανθρώπους και εγώ θα σε φωτίσω. Εις το τέλος θα νικήσουν οι λόγοι σου και το θέλημά μου θα γίνει. Τώρα εγώ φεύγω….» Και εξαφανίστηκε.
†    ―    †

ΟΠΟΥ  Η  ΕΛΕΝΗ  ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ
ΤΑΣ  ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ  ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ

    Εγώ, αμέσως σχεδόν, μόλις έφυγε ο Κύριος, πήγα στο σπίτι της Ασημένιας και άρχισα να της διηγούμαι το όραμα που είχε δει στον ύπνο της. Εκείνη ξαφνιάστηκε γιατί δεν το είχε αφηγηθεί σε κανένα και με κοίταξε με έκπληξη και απορία.
    Τότε της εξήγησα την εμφάνιση του Κυρίου και τα όσα μου είπε, να καταστήσω δηλαδή γνωστά τα θαύματα των εμφανίσεών του. Η Ασημένια ύστερα από όσα της είπα πίστεψε και τα υπερφυσικά και τα θεία γεγονότα διαδόθηκαν γρήγορα στο χωριό. Άρχισε σπίτι μας να μαζεύεται πολύς κόσμος, για να ακούσει από το στόμα μου όλα όσα συνέβησαν και πολλοί δεν μπορούσαν να παραδεχτούν πως εμφανίζεται ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός. Δεν ήταν μάλιστα λίγοι εκείνοι που γυρίζοντας στο χωριό με ειρωνεύονταν και με περιγελούσαν, διαδίδοντας  ότι ψευδολογούσα. Άλλοι όμως, ερχόντουσαν σπίτι μου με πραγματική ευλάβεια και ακούγοντας την αφήγησή μου καταλαμβανόντουσαν από κατάνυξη και παραδεχόμενοι την αλήθεια δόξαζαν τον Θεό.
†    ―    †

                             Ο  ΚΥΡΙΟΣ  ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ
                         ΕΙΣ  ΤΗΝ  ΑΝΝΑ  ΚΑΛΑΜΙΩΤΗ

    Μεταξύ αυτών που δεν πίστεψαν στην εμφάνιση του Κυρίου από εμένα, ήταν στο χωριό μας και κάποια Άννα Καλαμιώτη η οποία αμφέβαλε για όσα λέγονταν και άρχισε να λέει σε συνομιλίες με τις γειτόνισσές τις ότι εγώ αποβλέπω σε υλικά συμφέροντα και ότι δεν μπορεί ποτέ μια παντρεμένη γυναίκα να βλέπει τον Χριστό. Σαν να είμαστε οι παντρεμένες γυναίκες, καταραμένες. Αλλά το πρώτο θαύμα του Κυρίου ποιο είναι; Δεν είναι η ευλογία του Γάμου εν Κανά της Γαλιλαίας; Το ίδιο βράδυ όμως ο Κύριος θέλησε να σώσει την Άννα Καλαμιώτη από την απιστία της, γιατί κατά βάθος φαίνεται ότι ήταν καλή χριστιανή. Θέλησε δηλαδή, να βεβαιώσει ότι εκείνα τα οποία έλεγα στους προσερχόμενους ήταν αλήθεια.
     Βλέπει λοιπόν, το βράδυ εκείνο η Καλαμιώτη στον ύπνο της, ότι μπήκε στο δωμάτιό της ένας ψηλός άνδρας ο οποίος πλησίασε στο κρεβάτι της και της είπε:«Σήκω Άννα να δεις αυτά που θα σου δείξω». Η Άννα μόλις άκουσε τα λόγια αυτά σηκώθηκε(στον ύπνο της πάντα) και βλέπει ένα φως σχήματος τριγώνου που έλαμπε όπως λάμπει ο ήλιος. Μέσα από αυτό το αστραφτερό φως βλέπει τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό στο δεξιό μέρος και στο αριστερό εμένα. Ακούει συγχρόνως τη φωνή του Κυρίου να της λέει: «Πως συ δεν επίστευσες ενώ ήσουν πιστή; Εγώ είμαι εκείνος ο οποίος εφανερώθει εις την Ελένην. Πρόσεξε να πιστέψεις εις τους λόγους που θα σου ειπώ. Εις την γυναίκα αυτήν κατά της οποίας κατεφέρθης (φέρθηκες) αδίκως και την οποίαν βλέπεις εδώ πλησίον μου, πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη, διότι αν εξακολουθήσεις να δυσπιστείς θα χάσεις την θεία προστασία. Πρέπει οπωσδήποτε αύριο το πρωί να υπάγεις εις το σπίτι της Ελένης να την γνωρίσεις προσωπικώς καλύτερα και να μην αμφιβάλεις εις τους λόγους της». Την στιγμή εκείνη ταράχτηκε και ξύπνησε έντρομη. Πρωί – πρωί ήρθε στο σπίτι μου και αφού με χαιρέτησε άρχισε να μου διηγείται τα όσα της συνέβησαν τη νύχτα.
Ενώ μας διηγείται το όνειρό της, ξαφνικά παρουσιάζεται στο νότιο μέρος της οικίας μου ένα πολύ μικρό λαμπρό άστρο, το οποίο στάθηκε λίγα λεπτά της ώρας επάνω από το εικονοστάσι μου. Όλες οι γυναίκες που ήταν εκείνη την ώρα συγκεντρωμένες στο δωμάτιο έμειναν εκστατικές στο περίεργο και θαυμάσιο εκείνο φαινόμενο και γονατίσανε ψάλλοντας ευχαριστίες και δοξολογίες στον Κύριο.
    Μερικές που άκουσαν τις φωνές και τις προσευχές μας, μπήκαν σπίτι μου και πληροφορήθηκαν το τι είχε συμβεί. Το περίεργο αυτό φαινόμενο ανέφερα και στο σύζυγό μου Διονύση, ο οποίος μόλις το  άκουσε ύψωσε τα χέρια του προς τον ύψιστο και με ύφος ικετευτικό παρακάλεσε λέγων τα εξής:
  -Κύριε τόσο αμαρτωλός είμαι ώστε να μην ίδω τίποτε από τα θαύματά σου; Σε παρακαλώ συγχώρεσέ με και εμέ τον αμαρτωλό δούλο σου και αξίωσέ με να ιδώ έστω και σε όνειρο ένα από όλα τα θαύματά Σου.
  †    ―    †

Ο  ΚΥΡΙΟΣ  ΕΙΣΑΚΟΥΕΙ  ΤΑΣ  ΔΕΗΣΕΙΣ  ΜΑΣ

    Πραγματικά, η δέηση του συζύγου μου εισακούστηκε και την νύκτα εκείνη ενώ κοιμόμασταν, κατά τις τρεις τα ξημερώματα ακούγεται ένας δυνατός κρότος και τινάζονται τα δύο φύλλα της πόρτας, που ήταν κλειστή με τις δύο αμπάρες, (δηλαδή σίδερα τα οποία είχαν όλα τα παλιά σπίτια για να κλείνουν την εξώπορτα από μέσα). Έντρομος ο σύζυγός μου σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο αλλά δεν είδε κανένα. Μπαίνει πάλι μέσα και αφού έκλεισε καλά την πόρτα γονάτισε μπροστά από τις εικόνες και ευχαρίστησε τον Κύριο για το σημείο που αξιώθηκε να δει και το οποίο γι’ αυτόν ήταν αρκετό για να πιστέψει όπως έλεγε και όλα τα άλλα που είχαν συμβεί στο σπίτι μας. Πίστεψε τελείως γιατί είχε αξιωθεί όχι μόνο να δει το μυστηριώδης άνοιγμα της πόρτας, αλλά και το αστέρι εκείνο το λαμπερό το οποίο αναφέρω πιο πάνω και το οποίο μόλις η θύρα άνοιξε εμφανίστηκε και πάλι επάνω από τα εικονίσματα όπως είχε συμβεί  και την ημέρα. 

Η  ΘΕΟΔΩΡΑ  ΒΛΕΠΕΙ  ΛΕΥΚΗΝ  ΠΕΡΙΣΤΕΡΑΝ
   
Την άλλη μέρα με παρακάλεσε η Θεοδώρα Λουκέσα να της επιτρέψω να αγρυπνήσει στο μέρος εκείνο στο οποίο εμφανιζόταν ο Κύριος. Εγώ δέχτηκα και η Θεοδώρα παρέμεινε μέχρι το πρωί της επόμενης, μαζί με τις άλλες γυναίκες. Ήταν μεσάνυχτα όταν ξαφνικά εμφανίστηκε ένα περιστέρι ολόλευκο το οποίο αφού πέταξε τρεις φορές τριγύρω, εξαφανίστηκε μέσα σε μια μεγαλειώδη λάμψη.
†    ―    †

ΔΥΟ  ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ  ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ

    Είχαν περάσει αρκετές μέρες που δεν είχα ξαναδεί τον Κύριο, όταν ένα απόγευμα Σαββάτου, ενώ καθόμουν κι έραβα, ακούγεται το συνθηματικό χτύπημα στην πόρτα και εμφανίζεται ο Κύριος, όχι όμως με τη μορφή σεβάσμιου Καλόγηρου αλλά ως γέροντας κρατώντας μια ξύλινη ράβδο σαν αυτή που έχουν οι ποιμένες (γκλίτσα).
   -«Είμαι παιδί μου Ελένη, μου είπε, κουρασμένος και θέλω να ξεκουραστώ λίγο. Έρχομαι από την Χαλκίδα».
    Και κάθισε και κάλεσε κοντά του τα δύο παιδάκια μου, την Αναστασία και τον Μιχαλάκη.
   Εγώ επωφελήθηκα της ευκαιρίας και πήγα να φωνάξω, κρυφά τον άνδρα μου, για να του εκπληρώσω την επιθυμία του που μου είχε εκφράσει πολλές φορές, παρακαλώντας με να δει τον Κύριο, τον οποίο ποτέ δεν είχε γνωρίσει.
    -Ελένη μου, μου είχε πει, κοίταξε αν καμιά μέρα έλθει ο Άγιος καλόγηρος και είμαι εδώ κοντά φώναξέ με κρυφά για να τον ιδώ.
     Όταν όμως μπήκαμε και οι δυό μαζί στο δωμάτιο ο Κύριος δεν καθότανε στη θέση του, είχαν μείνει μόνο τα παιδιά μου ενώ εκείνος είχε εξαφανισθεί. Έκπληκτοι εγώ και ο σύζυγός μου βγήκαμε για να τον αναζητήσουμε, αλλά μάταια. Ο άνδρας μου στεναχωρημένος έφυγε για την δουλειά του κι εγώ ξαναγύρισα στο σπίτι όπου είδα τον Κύριο να κάθεται στην ίδια θέση που ήταν και προηγουμένως.
   -«Ελένη παιδί μου, μου λέγει, ποιος σου είπε να φωνάξεις τον άνδρα σου; Εγώ όταν ήλθατε, εκαθήμην πάντοτε εδώ, αλλά δεν ηδυνήθητε να με ιδήτε».
    Και μου έδωσε μερικές συμβουλές για διάφορα οικογενειακά μου θέματα και εξαφανίστηκε μέσα σε μια εκτυφλωτική λάμψη.
   Ύστερα από λίγες μέρες, που είχαν έλθει αρκετές γυναίκες γειτόνισσες  και γνωστές σπίτι μας, μια απ’ αυτές πήγε και κάθισε στον καναπέ που ήταν το συνηθισμένο μέρος όπου καθότανε (το έτος 2000 ο καναπές υπήρχε ακόμη στα Σπάτα) πάντοτε ο Κύριος. Τότε συνέβη το εξής παράδοξο. Το κοριτσάκι μου η Αναστασία, που ήταν μόλις δυόμισι ετών, εφώναξε, όταν είδε την γυναίκα να κάθεται στον καναπέ εκείνο, και απευθύνθηκε σε μένα και μου είπε: -Αυτή η γυναίκα μαμά να μην καθίσει στον καναπέ, γιατί η θείτσα δεν είναι καθαρή. Ο παππούς δεν τη θέλει!
   Η δε γυναίκα μου ομολόγησε πράγματι η ίδια ότι δεν ήταν καθαρή γιατί πριν από 10 μέρες είχε κάνει αποβολή. Και εγώ από συμβουλή άλλης φίλης μου, ξέντυσα τον καναπέ και έστρωσα άλλο καθαρό σεντόνι και ένα σχετικώς καινούριο μαξιλάρι, που τα είχα αποκλειστικά για τον Κύριο.
    Μια Κυριακή το κανδήλι ήταν σβηστό γιατί είχε σωθεί το λάδι χωρίς να το αντιληφθώ. Εκείνη την ώρα βρισκόμουν στον μικρό κήπο του σπιτιού και περιποιόμουν τα φυτά. Έξαφνα, γυρίζοντας το κεφάλι μου προς τη θέση που ήταν το κανδήλι, παρατήρησα τον σεβάσμιο Μοναχό να κάθεται πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Βγήκα γρήγορα από τον κήπο και έτρεξα προς τα εκεί αλλά πόση ήταν η έκπληξή μου όταν είδα το κανδήλι να είναι γεμάτο από λάδι και να καίει ενώ ο Κύριος είχε εξαφανισθεί.
    Με το θαύμα αυτό ο Κύριος εκπλήρωσε εκείνο που μου είχε πει ότι όταν δεν είχα λάδι για το κανδήλι θα φρόντιζε Εκείνος να το ανάβει.
†    ―    †

ΜΙΑ  ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ  ΠΡΟΣ  ΤΟΝ  ΚΥΡΙΟΝ
ΗΜΩΝ  ΙΗΣΟΥΝ  ΧΡΙΣΤΟΝ

    Μεταξύ του κόσμου που έρχονταν σπίτι μου, ήρθε κάποτε και μια γνωστή μου νέα, ονομαζόμενη Αιμιλία, 27 περίπου χρονών. Ήταν καλή χριστιανή και γύριζε σε διάφορα μέρη όπου κήρυττε τον λόγο του Θεού. Με την ευκαιρία της επισκέψεώς της, της αφηγήθηκα τα διάφορα αυτά περιστατικά με τις εμφανίσεις του σεβάσμιου Καλόγηρου, το κανδήλι που κατά συμβουλή του είχα τοποθετήσει μαζί με τον άνδρα μου στο μέρος εκείνο που έκαιε διαρκώς. Η Αιμιλία αφού με άκουσε με μεγάλη προσοχή και της ζήτησα την συμβουλή της μου είπε:
   -Άκουσε να σου πω Ελένη μου, πρέπει να γνωρίζεις ότι υπάρχουν και πνεύματα πονηρά τα οποία πολλές  φορές  παρουσιάζονται στους ευσεβείς χριστιανούς με το πρόσωπο Αγγέλου ή ¨Άγιου για να τους εξαπατούν. Ίσως λοιπόν να συμβαίνει το ίδιο και με σένα και πιθανόν να είναι κανένα πνεύμα πονηρό, το οποίο θέλει να σε πειράξει. Λάβε λοιπόν μου λέει, τον σταυρόν τούτο στα χέρια σου και κάνε αυτό το οποίο θα σου πω. (και συγχρόνως μου δίνει ένα ξύλινο σταυρό, τον οποίο είχε πάνω της). Όταν σου παρουσιασθεί και πάλιν ο γέροντας καλόγηρος για τον οποίο μου μίλησες, τότε δείξε τον σταυρό και πες του. Γνωρίζεις τον σταυρό; Εάν απαντήσει γνωρίζω, πες πάλι… πιστεύεις εις τον Χριστό; Εάν σου δοθεί η απάντηση πιστεύω, τότε να πεις. Κάνε λοιπόν το σταυρό σου για να πιστέψω κι εγώ. Όταν τον δεις να κάνει τον σταυρό του, τότε γονάτισε και φίλησέ του το χέρι. Ότι δε σου ειπεί, να το κάνεις. Πρόσεξε, Ελένη, να το κάνεις αυτό που σου λέγω, για να αποδειχθεί εάν πρόκειται περί αγαθού ή πονηρού πνεύματος.
   Από τα λόγια αυτά της Αιμιλίας λυπήθηκα αλλά και χάρηκα συγχρόνως γιατί με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσα να εξακριβώσω την αλήθεια.
     Την επόμενη ενώ πήγα κοντά στο φούρνο του οικοπέδου του σπιτιού μας και άναψα το κανδήλι και θυμιάτιζα το μέρος εκείνο, βλέπω έξαφνα μπροστά μου σε μικρή απόσταση τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό, ντυμένο τώρα με στολή δεσπότη που άστραφτε ενώ το πρόσωπο Αυτού έλαμπε. Άρχισε δε να λέγει τα εξής:
    «Χθες που συζητούσατε με την Αιμιλία εγώ ήμουν κοντά σας και σας άκουγα. Δεν σου είπε Ελένη κακό. Η συμβουλή της ήταν καλή. Ρώτησέ με τώρα, τι θέλεις να με ρωτήσεις».
 Και τότε ταραγμένη και τρέμουσα χωρίς όμως να φοβάμαι του λέγω δείχνοντάς του τον σταυρό τον οποίο είχα μαζί μου. –Τον γνωρίζεις τον Σταυρό; Και ο Κύριος στην ερώτησή μου απάντησε. –«Ναι Ελένη παιδί μου, τον γνωρίζω».
     Του απευθύνω την άλλη ερώτηση: Πιστεύεις εις τον Χριστό; Στην ερώτησή μου αυτή το πρόσωπο του Κυρίου έλαμψε και με ευχαρίστηση απάντησε«Πιστεύω»!
 Τότε του λέγω: Εφ’ όσον τον σταυρό τον γνωρίζεις και στον Χριστό πιστεύεις, κάνε τον σταυρό σου να δω και εγώ να σε πιστέψω.
     Ο λόγχη κεντηθείς υιός της Παρθένου προθύμως εδέχθη όλες τις ερωτήσεις μου και απάντησε σ’ αυτές θέλοντας να μου αποδείξει ότι αυτός που μου μιλούσε την στιγμή εκείνη δεν ήταν απλός και τυχαίος άνθρωπος ή κανένα πονηρό πνεύμα, όπως ίσως είχαν υποθέσει μερικοί. Έκαμε λοιπόν το σημείο του σταυρού τρεις φορές και ύστερα σήκωσε το χέρι του και ευλόγησε τις εικόνες και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ανατολή, Δύση, Βορά και Νότο, ευλόγησε και εμένα λέγοντάς μου. «Άκουσε να σου πω παιδί μου Ελένη. Εγώ είμαι εκείνος που φωτίζω όλο τον κόσμο και πάντα θα τον φωτίζω. Εγώ είμαι ο Ιησούς Χριστός. Εσύ θα υποφέρεις, αλλά το θέλημά μου θα γίνει. Εγώ πάντα μαζί σου θα είμαι».
    Πείστηκα πια απόλυτα ότι πρόκειται για τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό, έκανα τρεις φορές τον σταυρό μου και φίλησα το δεξί χέρι του  Σωτήρα μας.
     Η ευχαρίστηση που ένιωσα την στιγμή εκείνη από το φίλημα του χεριού του Κυρίου, ήταν τόση, ώστε επί μια ολόκληρη εβδομάδα καταλάβαινα μια αξέχαστη δροσιά στα χείλη μου. Όταν ακούμπησα τα χείλη μου στο χέρι Του, το αισθάνθηκα σαν να ακούμπησα σε ένα μαλακό βελούδο.

             †    ―    †

Η  ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ  ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ
ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ  ΔΙΑ  ΤΗΝ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ

      Μετά την δοκιμασία, ο Κύριος μου λέγει:
     «Πρόσεξε τώρα παιδί μου Ελένη καλά σε ότι θα σου πω. Να πάρεις την φίλη σου Βασιλείαν και την Αιμιλίαν, που σου έδωσε τον σταυρό και να πάτε να συναντήσετε τον ιερέα και να του πείτε ότι είναι ανάγκη να έλθουν εδώ να σκάψουν ακριβώς εις το σημείον αυτό που δείχνω (έδειχνε δίπλα ακριβώς από τον φούρνο μια πέτρα αρκετά μεγάλη, η οποία ήταν χωμένη  και φαινότανε λίγο) να βγάλουν τον λίθον αυτόν τον οποίο αφού σχίσουν (για να γίνει ίσια και να μπορούν να γραφούν γράμματα) να γράψουν σε σχήμα κύκλου επί του λίθου τας εξής λέξεις:
«Η  ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ  ΤΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ»


Και να σκαλίσουν έναν σταυρό εις το μέσον, (ο λίθος αυτός ήταν λίγο κοκκινωπός προς το μπεζ χρώμα).Τον λίθον αυτόν να τοποθετήσουν στην δεξιά πλευρά της εισόδου της εκκλησίας που πρέπει να κτιστεί εξάπαντος εις το οικόπεδον αυτό».
   Και με τα τελευταία αυτά λόγια, χωρίς να περιμένει καμιά απάντησή μου ο Κύριος εξαφανίστηκε με μια λάμψη τόσο δυνατή που έκλεισα τα μάτια. Είχαν περάσει λίγες μέρες από τότε και ένα πρωί, ενώ ασχολιόμουν με τις δουλειές του σπιτιού ακούω τους γνωστούς μου πλέον τρεις χτύπους και εισέρχεται ο Κύριος ως καλόγηρος, ο οποίος μου λέγει«Θα σηκωθείς σήμερα να πας εις τον νοικοκύρη σου που πήρες το λάδι και θα του πεις να μου δώσει το οικόπεδο αυτό δια να κτισθεί μια εκκλησία μου. Κατόπιν θα πας εις τον Ιερέα και θα του πεις να βγάλει την άδεια της ανεγέρσεως. Αυτά να ενεργήσεις μόνη σου. Εγώ φεύγω» μου είπε και εξαφανίστηκε.
    Σηκώνομαι αμέσως μετά την αποκάλυψη αυτή που μου έκανε ο Κύριος και πηγαίνω στον νοικοκύρη μου, ο οποίος είναι και κουμπάρος μου (είναι εκείνος που μου βάφτισε το δεύτερο παιδί μου το Μιχάλη) και του λέγω: «Κουμπάρε μου είπε η Χάρη του να του δώσεις το οικόπεδό σου για να κτιστεί η Εκκλησία». Ο κουμπάρος μου για απάντηση μου λέει: «Δεν είναι ανάγκη να τρέχεις εσύ μια γυναίκα. Θα αναλάβω εγώ όλη την υπόθεση. Πήγαινε εσύ και κοίταξε το σπίτι σου και τα παιδιά σου και εγώ θα ενεργήσω. Να μείνεις ήσυχη». Τον χαιρέτησα κι έφυγα. 
     Πέρασαν από τότε δύο περίπου εβδομάδες χωρίς  να γίνει τίποτα. Η στεναχώρια μου ήταν μεγάλη γιατί έβλεπα ότι τα λόγια μου δεν εισακούονται και η επιθυμία του Κυρίου δεν εκπληρώνεται. Μια μέρα ενώ καθόμουν και σκεφτόμουν την αργοπορία αυτή, δέχτηκα την επίσκεψη του ιδιοκτήτη μου. Αφού χαιρετιστήκαμε του λέγω: «Τι γίνεται κουμπάρε για την άδεια;». Τα βάσανα τελείωσαν, μου λέει. Η άδεια μας ήρθε και θα βάλουμε μπρος να χτίσουμε και απευθυνόμενος στον άνδρα μου, Διονύση, του είπε, «να γκρεμίσεις την μάνδρα», και του τόνισε πως η εκκλησία του Χριστού με τη βοήθειά του θα τελειώσει. Και αφού μας χαιρέτησε, αναχώρησε. Εγώ ευχαριστημένη πιστεύοντας τα λόγια του ιδιοκτήτη μας, έμεινα πλέον ήσυχη ότι το θέλημα του Κυρίου θα γινότανε.
     Πολλοί όταν άκουσαν ότι η άδεια βγήκε, άρχισαν να δωρίζουν διάφορα υλικά. Πέτρες, αγκωνάρια, τούβλα, ασβέστη, τσιμέντο, άμμο, σίδερα, ξύλα, κ.λπ., και άλλοι χωρικοί πρόσφεραν την προσωπική τους εργασία. Οι άνθρωποι πίστεψαν ότι η άδεια είχε εκδοθεί, ενώ η πραγματικότητα ήταν, όπως θα αναφέρω παρακάτω, ότι όχι μόνο δεν είχε εκδοθεί, αλλά ούτε καν είχε γίνει καμιά ενέργεια. από εκείνους που είχαν υποσχεθεί ότι θα ενεργήσουν. Ποια τα αίτια, δεν γνωρίζω.. έπρεπε όμως να σκεφτούν ότι εμείς οι άνθρωποι πρέπει να είμαστε προς τον Θεό πιο ευσεβείς και πιο ειλικρινείς. Να γιατί η Θεία Δύναμις που δεν ανέχεται τις κακές συνήθειες και την κατάπτωσή μας, μας αφήνει να αυτοτιμωρούμαστε και ο κόσμος να υποφέρει τόσα και τόσα. Αλήθεια πολλές φορές και αν ακόμη πρόκειται περί Θεού, πόσο ανόητα σκεπτόμαστε εμείς οι άνθρωποι. Πρόχειρο παράδειγμα αυτό που αφηγούμαι. Και να που ο Κύριος έδειξε όπως θα δούμε παρακάτω και πάλι το θαύμα του, υπενθυμίζοντας την ανέγερση της εκκλησίας του. 


ΟΠΟΥ  Ο  ΚΥΡΙΟΣ  ΠΡΟΤΙΜΑ  ΤΗΝ  ΚΑΛΥΒΑ
ΤΩΝ  ΠΤΩΧΩΝ

     Στις 3 μμ. ενός Σαββάτου, ενώ ο καιρός ήταν ακατάστατος και εγώ καταγινόμουν με διάφορα οικιακά, άκουσα τους γνωστούς τρεις χτύπους στην πόρτα.
     Ερωτώ: ποιος είναι;
     Και αμέσως εισέρχεται  στο δωμάτιο μου ο Κύριος.
   -«Εγώ είμαι παιδί μου Ελένη», απαντά ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός που ήταν πάλι σαν καλόγηρος αλλά αυτή την φορά ταραγμένος. Αφού προχώρησε προς την κούνια του παιδιού το οποίο κοιμόταν, το ευλόγησε. Κατόπιν, προχώρησε προς το μέρος όπου συνήθιζε να κάθεται.
     Όταν πήγε ο Κύριος (ως καλόγηρος) για να καθίσει  στην τακτική του θέση, την βρίσκει διαφορετική. Τότε στράφηκε προς εμένα και λέει: «Εγώ δεν τα θέλω αυτά» και συγχρόνως με το χέρι του απομάκρυνε το κάλυμμα και το μαξιλάρι τα οποία είχα βάλει καθαρά. Έτσι για μια φορά ακόμη, έδωσε το παράδειγμα της ταπεινοφροσύνης. Από της γεννήσεώς Του και της Αναλήψεώς Του μέχρι σήμερα, ο Θεάνθρωπος δεν παραλείπει να δείχνει τη Μεγάλη του ταπείνωση προς παραδειγματισμό των ανθρώπων.
     Μου λέει λοιπόν ο Κύριος:
     -«Εγώ δεν τα θέλω αυτά. Είμαι εκείνος ο οποίος συμμερίζομαι την πτωχίαν και δέχομαι τα πάντα».
     Με αυτά τα λόγια μου έδειξε πως δεν του αρέσουν οι διακρίσεις και δεν του κάνουν καμία αίσθηση τα μεγάλα σπίτια, αλλά προτιμάει την καλύβα του πτωχού. (Ο Κύριος ποτέ δεν επεδίωξε δόξες και τιμές αλλά θέλει πάντα να σώζει τους ανθρώπους και να έρχεται για να διδάσκει την αλήθεια).
    Με το υπέροχο αυτό παράδειγμα του Κυρίου διδάχτηκα κι εγώ.
    Όταν κάθισε στη θέση του, τότε με ύφος ανθρώπου αδικημένου που ζητάει την ικανοποίησή του με φώναξε κοντά του και μου είπε:
   -«Διατί δεν άκουσες τους λόγους μου; Διατί δεν ενήργησες σο μόνη σου δια την υπόθεση της εκκλησίας και ενεπιστεύθεις εις άλλους; Νομίζεις ότι οι λόγοι τους οποίους άκουσες από τον νοικοκύρη σου είναι αληθινοί; Γνώριζε Ελένη ότι η άδεια δεν εξεδόθη. Δια τούτο είναι ανάγκη να σηκωθείς αυτή τη στιγμή να πάρεις μαζί σου όποια γυναίκα βρεις μπροστά σου και να πάτε στον Ιερέα να του πείτε ότι πρέπει να εκδοθεί η άδεια ανέγερσης της εκκλησίας. Αυτό που σου λέγω να κάνεις. Εάν αυτό που σου λέγω δεν γίνει να γνωρίζεις ότι θα καταστραφούν όλα τα σιτηρά τα οποία βρίσκονται στα αλώνια. Και αμέσως τώρα θα έχεις μια απόδειξη γι’ αυτό».
    Εγώ όταν άκουσα τα τελευταία λόγια του Κυρίου άρχισα να κλαίω. Ο δε Κύριος πριν βγει από την πόρτα, γύρισε το πρόσωπό του προς εμένα και μου είπε:
    «Μην ανησυχείς και μη φοβάσαι. Εγώ θα είμαι πάντοτε μαζί σου. Μόνο πρέπει να κάνεις καθώς εγώ σου είπα»
     Δεν είχε κλείσει καλά η πόρτα ακόμα που βγήκε ο Κύριος και ξαφνικά, αφού προ ολίγου ήταν καλοκαιρία, μια ραγδαία βροχή μαζί με χαλάζι. Τόση βροχή έπεσε, ώστε το σπίτι μας πλημμύρισε από νερά. Όπως μου υποσχέθηκε όμως ο Κύριος, πως θα είναι πάντοτε μαζί μας, έτσι κι έγινε και δεν συνέβη καμία ζημιά. Το θαύμα του το έδειξε ο Κύριος αμέσως. Μόλις σταμάτησε η μεγάλη εκείνη βροχή, βγήκα έξω για να πάω στον Ιερέα και η πρώτη γυναίκα που συνάντησα ήταν η κ. Ασημένια, η οποία μόλις της διηγήθηκα τα συμβάντα, δέχτηκε με προθυμία να με ακολουθήσει. Πραγματικά πήγαμε και οι δυό μαζί στο σπίτι του παπά του χωριού, πάτερ Αριστείδη. Αυτός μας δέχτηκε αμέσως και μόλις άκουσε τα όσα του διηγηθήκαμε, άρχισε προθυμότατα να ενεργεί για την χορήγηση της άδειας. Έγραψε μόνος του την αίτηση που χρειαζόταν και την πήγε στους Επιτρόπους της Μητρόπολης του χωριού. Οι Επίτροποι πείσθηκαν από τα λόγια του παπά, υπέγραψαν την αίτηση με μόνη εξαίρεση έναν επίτροπο τον κ. Δήμου, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει.
     Έτσι ανεγέρθηκε ο ναός της Αναστάσεως του Χριστού στα Σπάτα, στον πρόναο του οποίου, όπως παρήγγειλε ο Κύριος, δεξιά από την είσοδο, είναι τοποθετημένος ο λίθος.
†    ―    †

ΟΠΟΥ  ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ  ΤΟ  ΘΕΙΟΝ  ΡΗΤΟΝ:
«Η  ΠΙΣΤΗ  ΣΟY  ΣΕΣΩΚΕ  ΣΕ»

     Και τώρα θα εκθέσουμε ένα καταπληκτικό συμβάν, κατά την περίοδο που κτιζόταν ο Ναός, το οποίο έρχεται να επικυρώσει έμπρακτα το γνωστό ρητό του Ευαγγελίου, το οποίο είπε ο Θεάνθρωπος εις τον «ιαθέντα παρ’ αυτού παραλυτικόν»: «Η πίστις σου σέσωκέ σε»!
     Το περιστατικό αυτό θα το αφήσουμε να το αφηγηθεί ο ίδιος ο αυτόπτης μάρτυρας στον οποίο και συνέβη, ο κ. Γεώργιος Βούλγαρης, ο οποίος όταν έμαθε τα θαυμάσια γεγονότα στο οικόπεδο του κ. Ηλία Παπακωνσταντή και πληροφορήθηκε πως οι χωρικοί έτρεχαν πρόθυμοι να προσφέρουν ο καθένας ότι μπορούσαν για την ανέγερση της Εκκλησίας, άλλος αγκωνάρια, άλλος τσιμέντο και διάφορα άλλα υλικά, ή την προσωπική εργασία τους για το κτίσιμο, προσήλθε αυθόρμητα στην Ερανική Επιτροπή ανεγέρσεως και είπε: -Κύριοι, είμαι στην διάθεσή σας και μπορώ να προσφέρω όλη την πέτρα που θα έβγαζα από το νταμάρι της Γιαλούς, για την οικοδόμηση της Εκκλησίας του Χριστού. Θα βάλω ντελάλη να καλέσει να έλθουν κάρα του χωριού για να κουβαλήσουν την πέτρα.
     Στον κ. Βούλγαρη τότε απάντησε ένας από τους Επιτρόπους, ο κ. Νικ. Βροντός:
     Η επιτροπή σας ευχαριστεί θερμά, κ. Βούλγαρη για την δωρεά σας, επειδή όμως εκτός του κόπου σας θα χρειαστούν και δαπάνες για τους δυναμίτες, τα χρήματα αυτά θα σας τα δώσουμε εμείς, η Επιτροπή των Εράνων.
     Ο κ. Βούλγαρης όμως δεν δέχτηκε τα χρήματα και είπε στην Επιτροπή να τα χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό. Και τώρα ας ακούσουμε παρακάτω την αφήγηση του κ. Γεώργιου Βούλγαρη.
     Μετά την δήλωσή μου στην Επιτροπή, πήρα την άλλη μέρα τον βοηθό μου, Γεώργιο Ανδριώτη και άρχιζα να κόβω την πέτρα, τα δε κάρα του χωριού ήρθανε και άρχισαν να την κουβαλούν. Εν τω μεταξύ, εγώ με τον βοηθό μου δεν προλαβαίναμε τα κάρα. Κάλεσα τότε και τον αδελφό μου, Αγγελή Αθ. Βούλγαρη, ο οποίος άφησε κάθε άλλη δουλειά και ήρθε μαζί μου στο νταμάρι και εργαζόμασταν εντατικά. Την Τρίτη μέρα το απόγευμα είπα στον αδελφό μου:
     -Πάρε τον λοστό και ανέβα σ’ αυτόν τον ξεμοναχιασμένο βράχο και άνοιξε μια τρύπα για φουρνέλο. Τότε ο βοηθός μου Γιώργος Ανδριώτης μου είπε: -Γιώργο, αυτό τον βράχο δεν τον βλέπω στερεό. (ο βράχος αυτός τον οποίο επρόκειτο να τρυπήσουμε για να τον σπάσουμε με δυναμίτιδα ήταν 6 μέτρα ύψος πάνω από τα άλλα βράχια). Κατόπιν, όταν άρχισε να τρυπάει την πέτρα ο αδελφός μου κατάλαβε πως η πέτρα ήταν έτοιμη να κατρακυλήσει. Ανέβηκα τότε εγώ ο ίδιος επάνω και είδα ότι όντως ήταν ύποπτη και του είπα: -¨Έχε το νου σου και όταν νιώσεις κανένα κίνδυνο, να πεταχτείς προς το επάνω μέρος. Ο αδελφός μου άρχισε να χτυπάει φουρνέλο και σε μισή ώρα σταμάτησε για να κολατσίσουμε. Κατά την ώρα του φαγητού συζητούσαμε για τον βράχο και ο αδελφός μου εξέφραζε τους φόβους του και μου λέει: -Εάν κάνει πως κυλάει ο βράχος μαζί μου, δεν θα βρείτε από μένα ούτε κομμάτι.
    -Μη φοβάσαι του λέω, και αν πέσεις με το βράχο ο Κύριος θα βάλει το χέρι του και δεν θα πάθεις τίποτα. Α, δεν θα είναι εδώ, μου απάντησε, αυτήν την ώρα ο Χριστός για να βάλει το χέρι του να με γλιτώσει. Μπορεί να έχει πάει κάπου μακριά. –Μην τον λες αυτόν τον λόγο, του παρατήρησα γιατί ο Χριστός είναι παντού σ’ όλο τον κόσμο, τον ακούει και βλέπει τι έργα κάνει, μόνο εμείς νομίζουμε ότι δεν είναι κοντά μας.
     Σηκωθήκαμε κι αρχίσαμε πάλι την δουλειά μας, ο αδελφός μου επανέλαβε να χτυπάει το βράχο με τον λοστό. Έξαφνα ακούμε μεγάλο κρότο και βλέπουμε τον βράχο να πέφτει μαζί με τον αδελφό μου και να κατρακυλάνε στο γκρεμό. Εμείς είπαμε πάει ο αδελφός μου. Έξαφνα όμως τον βλέπουμε να παλεύει μέσα στα μπάζα. Χιμήξαμε και  τον τραβήξαμε σώο και αβλαβή. Τότε είπε κάνοντας το σταυρό του: -Αδελφέ μου Γιώργο, πράγματι ο Χριστός είναι μαζί μας.
    Μετά ένα μήνα το κτήριο της εκκλησίας έφτασε τα δύο μέτρα ύψος. Άρχισε ο χειμώνας και τότε πλέον δεν μπορούσαμε να εργαστούμε με τις βροχές.
     Μια Παρασκευή χαράματα, μέσα στον ύπνο μου ακούω μια γλυκιά φωνή και βλέπω πως βρισκόμουν στο κτήριο της εκκλησίας. Είδα τον Κύριο με λευκό χιτώνα και πέδιλα στα πόδια επάνω στο μισοκτισμένο κτήριο του ναού να περπατάει και να μου λέει: -Γιώργο, το έργο μου δεν τελείωσε. Αμέσως ξύπνησα ταραγμένος και είδα το θείο όραμα πραγματικά μπροστά μου. Άρχισα τότε να σκέφτομαι κάποιο τρόπο για την πέτρα. Σε λίγο με την φώτιση του Κυρίου σηκώθηκα να πάω να παρακαλέσω τον Βασίλειο Σιδέρη όπου είχα πουλήσει 200 κυβικά μέτρα πέτρα, να μου τα δώσει για το έργο της εκκλησίας. Και βγαίνοντας στην αγορά βλέπω την επιτροπή ανεγέρσεως να έρχεται και να μου λέει: -Κύριε Γιώργο, πέτρα δεν έχουμε, τι θα κάνουμε; Τους είπα να μείνουν ήσυχοι και θα τους βρω αμέσως πέτρα. Και μου λένε, που θα την βρεις την πέτρα; Ελάτε, τους είπα κοντά μου και θα πάμε στο  Βασίλη τον Σιδέρη. Όταν πήγαμε εκεί με την φώτισή πάλι του Χριστού μας έδωσε πρόθυμα την πέτρα και έτσι τελείωσε το έργο. Μετά από τρεις μήνες έκοψα αρκετή πέτρα την οποία παραδώσαμε στον κ. Βασίλειο Σιδέρη.
†    ―    †

Ο  ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ  ΞΕΝΟΣ  ΠΟΥ  ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΤΑΙ

       Ένα πρωί ο άνδρας της Ελένης περπατώντας κοντά στην εκκλησία, που είχε πια ανεγερθεί, βλέπει ένα στρατιώτη να μπαίνει μέσα στην εκκλησία. Αμέσως ο Διονύσης πήγε να δει ποιος ήταν ο στρατιώτης. Τον βλέπει λοιπόν να παρατηρεί το τέμπλο της εκκλησίας με ευλάβεια. Τότε ο Διονύσης τρέχει στο δωμάτιό του, που ήταν δίπλα στην εκκλησία, και λέγει στη γυναίκα του Ελένη: -Πάρε το κουτί της εκκλησίας και πήγαινέ το μέσα γιατί ήρθε κάποιος ξένος και ίσως να θέλει να ανάψει κερί. Αμέσως η Ελένη παίρνει το κουτί και το πάει στην εκκλησία όπου  μπόρεσε να δει τον στρατιώτη μονάχα από την μέση και κάτω. Ήταν χωρίς παπούτσια. Μόλις έβαλε το κουτί στη θέση του, ο στρατιώτης χάθηκε αμέσως. Εκεί που στεκότανε άναψε ένα μεγάλο φώς σε στρογγυλό σχήμα, σαν ένας δίσκος. Ύστερα βλέπει να σηκώνεται το φως και να χάνεται. Άκουσε μετά ένα φύσημα δυνατό. Η συγκίνησή της δεν περιγραφόταν. Άρχισε να κλαίει σαν παιδί και να προσεύχεται πολλή ώρα.
†    ―    †

ΠΩΣ  ΒΡΕΘΗΚΑΝ  ΤΑ  ΚΛΕΙΔΙΑ  ΤΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

    Στις 8 Ιουνίου του 1936, το απόγευμα, η Ελένη, η αγαθή αυτή γυναίκα, η οποία αξιώθηκε να μιλήσει με τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό, πήγε στην εκκλησία με το μικρό της παιδί τον Μανώλη.
     Το όνομα Μανώλης το έδωσαν στο παιδί της Ελένης γιατί το είπε ο Κύριος πριν 40 μέρες από την βάπτισή του. Και όπως είναι γνωστό, η λέξη Εμμανουήλ σημαίνει: «Ο Θεός μαζί μας».
     Όταν γύριζε η Ελένη από την εκκλησία, στο δρόμο έδωσε τα κλειδιά της στο παιδί γιατί έκλαιγε. Όταν φτάσανε στο σπίτι τους, η Ελένη ζήτησε τα κλειδιά της εκκλησίας για να τα βάλει στη συνηθισμένη θέση που τα έβαζε, αλλά το μικρό τα είχε χάσει.
    Έψαξε όλο το σπίτι της, αλλά άδικα. Μετά έψαξε στο δρόμο. Ούτε εκεί τα βρήκε. Στεναχωρημένη η Ελένη άρχισε να κλαίει, καθισμένη στο προαύλιο του σπιτιού της. Ο Κύριος όμως είχε υποσχεθεί σ’ αυτή, ότι θα είναι πάντα κοντά της. Έξαφνα, εκεί που έκλαιγε, βλέπει απέναντί της ένα μικρό κερί αναμμένο επάνω στο τζάκι. Έκανε το Σταυρό της και ως εκ θαύματος βλέπει την χάρη Του να φανερώνεται στο ίδιο μέρος που ήταν αναμμένο το κερί. Αμέσως τότε βλέπει η Ελένη ότι στην εμφάνιση της Θείας χάρης του το κερί άρχισε να ανεβοκατεβαίνει τρεις φορές, ενώ στην αρχή ήταν ακίνητο. Μετά βλέπει καθαρά ένα χέρι εκεί που ήταν το κερί να φανερώνεται με ανοικτή την παλάμη. Η Ελένη εξακολουθούσε να προσεύχεται με δάκρυα στα μάτια, όπου βλέπει τα κλειδιά να κρέμονται σε άλλο μέρος που ποτέ δεν τα έβαζε και στο οποίο είχε ψάξει με τον άνδρα της πρωτύτερα αλλά δεν τα βρήκε. Σε λίγο χάθηκε από μπροστά της και το χέρι που έβλεπε τόση ώρα.
   Βαθειά συγκινημένη η Ελένη για το καινούριο θαύμα άρχισε να προσεύχεται και να ευχαριστεί τον Θεό που βρήκε τα κλειδιά.
    Αμέσως πήγε στην εκκλησία για να ευχαριστήσει τον Κύριο.
Την στιγμή που προσευχόταν άκουσε μια φωνή από το τέμπλο της εκκλησίας όπου υπάρχει η εικόνα της Αναστάσεως. Της είπε τρείς φορές το όνομά της και τα εξής λόγια:«Ελένη, Ελένη, Ελένη. Τα κλειδιά εκεί που τα βρήκες τα έφερα εγώ. Έπεσαν στο δρόμο από τα χέρια του παιδιού σου στη γωνία του Βασίλη. Τρία βήματα πιο πάνω μιλούσε ο Νικόλας με μια κυρά, η οποία όμως δεν τα είδε που έπεσαν από τα χέρια του παιδιού σου και εγώ τα πήρα και τα έβαλα στο μέρος που τα βρήκες. Λοιπόν πρόσεχε παιδί μου τα κλειδιά της εκκλησίας».
     Εξακολούθησε η Ελένη την προσευχή της και μετά γύρισε σπίτι της. Σε όλους τους κατοίκους του  χωριού διηγήθηκε το καινούριο αυτό θαύμα.
†    ―    †

Η  ΟΡΓΗ ΤΟΥ  ΘΕΟΥ  ΕΠΙ  ΤΗΣ  ΓΗΣ

     Το βράδυ στις 10 Σεπτεμβρίου 1937 η Ελένη είδε στον ύπνο της ότι κοντά σε μια ακρογιαλιά ήταν μια πεδιάδα στην οποία γυμναζόντουσαν στρατιώτες και γύρω από τους στρατιώτες και την πεδιάδα ήταν πολύς κόσμος άγνωστος στην Ελένη. Ξαφνικά οι στρατιώτες φώναξαν στην Ελένη: «σήκωσε το κεφάλι σου και βλέπε στον ουρανό». Πράγματι είδε ότι από το ανατολικό μέρος άνοιξε ο ουρανός και ότι μια πέτρα βγήκε και πήγε προς το δυτικό και μετά έπεσε μπροστά στην Ελένη. Το σημάδι αυτό την ταράζει και κλαίγοντας παρακαλεί το Θεό να την προστατέψει.
    Σε λίγο οι στρατιώτες της λένε να ξαναδεί προς τον ουρανό και τότε είδε το ίδιο σημάδι, την πέτρα να πέφτει μπροστά στα μάτια των στρατιωτών στη θάλασσα.
    Για Τρίτη φορά την φωνάζουν και βλέπει στο φοβερό εκείνο άνοιγμα του ουρανού από το ανατολικό μέρος, την πέτρα, να έρχεται από τη δύση και να πέφτει κοντά στην ακρογιαλιά όπου γυμνάζονταν οι στρατιώτες.
     Κατάπληκτη για όσα είδε η Ελένη, προσευχόταν συνεχώς. Όταν συνήλθε ήθελε να μάθει τι σημαίνουν αυτά που είδε και χωρίς να γνωρίζει κανένα από το πλήθος που βρισκόταν εκεί, ρώτησε τους στρατιώτες, οι οποίοι πρόθυμα της εξήγησαν, ότι η οργή του Θεού έπεσε στη γη. Μετά την εξήγηση αυτή ο Λυτρωτής Χριστός φανερώθηκε στην Ελένη και της είπε«Αυτά που είδες να τα πεις σ’ όλο τον κόσμο».
    Η Ελένη ταράχτηκε από το όραμα αυτό και με δάκρυα παρακαλούσε τη Θεία βοήθεια, για να σώσει πρώτα τον κόσμο και μετά αυτή την ανάξια δούλη Του.
     Το ότι η οργή του Θεού έπεσε στη γη κάθε ευσεβείς το βλέπει καθαρά. Έχουμε άλλωστε υπ’ όψιν μας αυτό που λέει η Αγία Γραφή, ότι η οργή του Θεού έρχεται στα παιδιά που δεν ακούνε.
    Έχουμε τα παραδείγματα της σκληρής τιμωρίας των Σοδόμων κλπ. της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης (καταστροφή Ιεροσολύμων, Διασκορπισμός των Εβραίων κλπ.) και βγάζουμε από την σημερινή κακοδαιμονία της ανθρωπότητας γενικά και από την αγωνία που κατέχει όλους για το αύριο, ότι τα σημάδια των καιρών του Αγίου Ευαγγελίου έφτασαν και η οργή του Θεού πραγματικά έχει πέσει πριν  πολύ καιρό στον κόσμο αυτό της απιστίας και αχαριστίας προς τον Λυτρωτή Χριστό.
    Οι τρεις πέτρες οι οποίες έπεσαν από τον Ουρανό είχαν πλάτος μισού μέτρου και ύψος έως 10 εκατοστά του μέτρου. Το σχήμα τους ήταν στρογγυλό και γύρω-γύρω ήταν τυλιγμένες από μια κορδέλα καφέ χρώμα πλάτους 5 εκατοστών του μέτρου. Το ασκέπαστο δε μέρος της πέτρας από την κορδέλα ήταν λαμπερό όπως η απόχρωση της γυαλάδας του αλουμινίου.
        †    ―    †

                   Η  ΙΣΤΟΡΙΑ  ΤΗΣ  ΤΙΜΙΑΣ  ΠΕΤΡΑΣ

     Για να γνωρίζουν όλοι οι ευσεβείς προσκυνητές την ιστορία της Τίμιας Πέτρας, γράφουμε και γι’ αυτή. Όταν φανερώθηκε ο Σωτήρας μας στην ευσεβή Ελένη, έδειξε σ’ αυτή μια πέτρα και διέταξε να την πελεκήσουν έτσι ώστε να πάρει σχήμα επίπεδο, να την βάλουν στο δεξιό μέρος της εκκλησίας και να γράψουν τις λέξεις:
Η  ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ  ΤΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ. Τα κομμάτια που έμειναν από το πελέκημα της Τίμιας Πέτρας τα φύλαξε η ευλαβείς Ελένη και τα μοιράζει στους προσκυνητές, από τους οποίους πολλοί είδαν και θαύματα.
    Η Ζωή Ουραλίδου (Πυθαγόρα 4 στον Πειραιά) λέγει τα εξής:
    Τον Μάρτιο του 1938, πήρα ένα μεσημέρι, ένα κομμάτι Τίμιας Πέτρας, το οποίον μου έδωσε η Ελένη και το έβαλα μέσα σε λίγο νερό για να γίνει αγιασμός και κάνω προζύμι για ψωμί. Όταν πέρασε μισή ώρα κατάπληκτη είδα ότι το προζύμι ανέβηκε τόσο πολύ που ξεχείλισε από το δοχείο που το είχα. Πήρα το δοχείο, το έβαλα στο τραπέζι και έκανα το σημείο του Σταυρού.
    Εν τω μεταξύ γύρισε από το σχολείο η μικρή μου κόρη, η οποία αφού έφαγε άρχισε να βλέπει τα μαθήματα του σχολείου της. Ήταν απόγευμα όταν βρισκόμουν κοντά στην κόρη μου και ξαφνικά στο δωμάτιο έγινε βαθύ σκοτάδι και τότε βλέπω ένα φως σαν αστραπή το οποίο έλαμπε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Κατατρομαγμένη έκανα το Σταυρό μου και δεν μπορούσα να πω τίποτα στο παιδί μου. Μετά που φανερώθηκε το Θείο φώς, βλέπω επάνω στη ζύμη που ήταν στον τραπέζι, να παρουσιάζεται ένας ολόχρυσος Σταυρός με ένα μπλε χρώμα γύρω του. Ο Σταυρός από τη ζύμη σαν να έτρεμε, σηκώθηκε σε αρκετό ύψος στο δωμάτιο και μετά βγήκε από το δωμάτιο και χάθηκε.       
Έπειτα διαλύθηκε το σκοτάδι μέσα στο δωμάτιό μου και πήρε το κανονικό φως της ημέρας. Συνήλθα από το φόβο μου και άρχισα να κλαίω από συγκίνηση για το μεγάλο θαύμα, το οποίο αξιώθηκα εγώ η ανάξια δούλη του Κυρίου να δω. Την ώρα του θαύματος η κόρη μου που βρισκόταν εκεί δεν κατάλαβε τίποτα απολύτως, παρά μονάχα μ’ έβλεπε στην κατάσταση που βρισκόμουν και έκανα τον Σταυρό μου και δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχα πάθει. Ο Κύριος αξίωσε εμένα το πλάσμα του να δω το μεγάλο αυτό θαύμα με την Τίμια Πέτρα για να μου δείξει την Παντοδυναμία Του και φωνάζω μέσα από τα βάθη της ψυχής μου την θαυματουργή δύναμη της Τίμιας Πέτρας, δοξάζω και ευχαριστώ το Σωτήρα Χριστό, γιατί δεν θα ξεχάσω ποτέ τη γλυκιά γεύση του άρτου εκείνου της ζύμης του θαύματος.
†    ―    †
  
ΥΜΝΟΣ  ΤΗΣ  ΑΓΙΑΣ  ΠΕΤΡΑΣ
                         
Ψαλλόμενος εις ήχον Β’ (τοις Μαθηταίς συνέλθομεν)
Αγία Πέτρα του Χριστού και Πέτρα του Θεού μας .
Εσύ ‘σαι ο Ίδιος ο Χριστός, το Φως και η Ζωή μας.
Αγία Πέτρα του Χριστού και Πέτρα του Θεού μας.
Κτυπήσαντος του Μωϋσή ύδατα αναβλύζεις.
Κι από τα ύδατα αυτά τον Ισραήλ ποτίζεις.
Σ’ εμάς τον νέον Ισραήλ Χριστέ παρουσιάσθης.
Ζωοποιείς το έργον του ως Αβακούμ διδάσκεις.
Παρουσιάσθης εν Σαρκί στην δούλη σου Ελένη.
Και Συ υπέδειξας σ’ αυτήν ο Σος Ναός να γένη.
Η Πέτρα είναι ο Χριστός, ο Θείος Παύλος λέγει.
Αυτός κρατεί τα σύμπαντα και ασθενείς ιατρεύει.
Γι’ αυτό και όλοι οι λαοί Χριστέ βοήθα κράζουν.
Συ είσαι η Ανάσταση, Σε πάντοτε δοξάζουν. (δις).

Η  ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ  ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ  ΕΝ  ΤΗ  ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Τον Δεκέμβριο του 1937 η Ελένη, εκεί που έκανε την πρωινή της προσευχή στο εικονοστάσιό της, είδε μια σκιά μπροστά της και άκουσε μια φωνή να λέει τρεις φορές το όνομά της. Έπειτα της λέει η αόρατη φωνή: «Το παιδάκι σου θα το βαφτίσεις τρεις ημέρες μετά τα Θεοφάνεια, θα το βγάλεις Χριστίνα και όχι όπως είχες σκεφτεί. Εσύ θα βαφτίσεις ξένο παιδί και θα του δώσεις το όνομα της μητέρας σου. Στη βάπτιση θα είμαι κι εγώ, ένας όμως μονάχα να μη με ιδεί». Αυτά είπε η Θεία σκιά και χάθηκε. Μετά τρείς μέρες φανερώθηκε στον ύπνο της Ελένης ο Κύριος και της λέει«Να πεις στον κουμπάρο να κάνει ότι σκέφτηκε. Δηλαδή να φωνάξει τον Μητροπολίτη Αττικής και Μεγαρίδος κ. Ιάκωβον». Πραγματικά η Ελένη είπε στον κουμπάρο τη Θεία παραγγελία και αυτός όταν ήλθε ο καιρός εφώναξε για το μυστήριο της βάφτισης τον Σεβασμιότατο. Την ώρα που γινόταν η βάφτιση φανερώθηκε στη θέση του παντοκράτορα (ακόμα η αγιογράφηση δεν είχε γίνει), ο Χριστός σαν μια σκιά και έπειτα σαν σύννεφο και από το σύννεφο βγήκε  ο Κύριος των δυνάμεων με ολόχρυσο φόρεμα σαν Αρχιερέας και ευλογούσε το εκκλησίασμα. Και έτσι πραγματοποίησε ο Κύριος την υπόσχεσή του, ότι θα είναι στο μυστήριο.
     Στη βάφτιση, μαζί με όλους ήταν και η κόρη Μαριέτα Αναστασίου Γιώργα, ηλικίας 20 χρονών, η οποία λέει τα εξής:
    Στις 9 Ιανουαρίου του 1938 την ώρα που γινόταν το μυστήριο της βάπτισης του παιδιού της Ελένης, είδα όταν ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης ήταν μπροστά στην κολυμπήθρα μια σκιά να κατεβαίνει από τη θέση του Παντοκράτορα στην κολυμπήθρα και να χάνεται. Έπειτα ένα σύννεφο και από αυτό να βγαίνει ο Κύριος με φόρεμα ολόχρυσο και χάθηκε για δεύτερη φορά. Για Τρίτη φορά κατεβαίνει πάλι σαν σύννεφο και από αυτό ο Κύριος φανερώθηκε επάνω από τον πολυέλαιο του Παντοκράτορα και ευλόγησε το εκκλησίασμα. Τον έβλεπε από τη μέση και πάνω.
     Τόσο έμεινα εκστατική που με έπιασε ζαλάδα, με έφεραν μερικές γυναίκες προς το νάρθηκα, όπου συνήλθα και διηγήθηκα αυτά που είδα, δοξάζω τώρα τον Πανάγαθο Θεόν για το μεγάλο θαύμα, το οποίο θυμάμαι πάντα και προσεύχομαι σ’ Αυτόν να σώζει τον κόσμο.  
†    ―    †

Ο  ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ  ΝΑΟΣ
ΤΗΣ  ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ  ΤΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ

     Τώρα ας δούμε τι λένε μερικοί από τους πολλούς ευσεβείς χριστιανούς, οι οποίοι δοκίμασαν την θαυματουργό δύναμη της Θεότητας μέσα στον νεόδμητο Ναό ο οποίος ανεγέρθηκε με υπόδειξη Αυτού του Κυρίου.
      Εδώ ομιλεί ο κ. Αλέξανδρος Γεραμάνης από το χωριό Καπανδρίτι.
     -Πριν πολλά χρόνια υπέφερα από τα αυτιά μου, είχα δε ξοδέψει πολλά λεφτά χωρίς να μπορέσω να πετύχω την γιατρειά μου. Στο τέλος αποφάσισα με την γυναίκα μου να έλθουμε στην εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού που είχαμε ακούσει ότι έκανε τότε θαύματα. Επήγαμε λοιπόν στο Ναό, αγρυπνήσαμε με προσευχές και δάκρυα και λειτουργηθήκαμε. Την άλλη μέρα με σταύρωσε η ευσεβείς Ελένη με το θαυματουργό Σταυρό, μου έδωσε ένα κομμάτι από την Αγία Πέτρα, την έβαλα στο νερό και τον Αγιασμό τον ήπια. Μετά τρεις μέρες αισθάνθηκα την ζωή και ένιωσα σαν να ξαναγεννιόμουνα στον κόσμο, γιατί μου ξαναήλθε η ακοή. Και γιατρεύτηκαν τα αυτιά μου τα οποία ήταν πρησμένα. Δοξάζω τον Πανάγαθο Θεό για την σωτηρία μου και παντού όπου βρίσκομαι φωνάζω το Θαύμα του Σωτήρα.
†    ―    †

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ  ΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΣ   ΚΑΤΑ  ΤΑ
ΕΓΚΑΙΝΙΑ  ΤΟΥ  ΙΕΡΟΥ  ΝΑΟΥ  ΤΟΥ

     Την ημέρα που έκαναν τα εγκαίνια της εκκλησίας και τη στιγμή που κήρυττε τον λόγο του Θεού ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Δράμας Βασίλειος και εξηγούσε κάποια φράση από το ιερό Ευαγγέλιο, ακούστηκε μια φωνή. Όλοι που ήταν στην εκκλησία ανασκίρτησαν. Παρατηρούσαν παντού για να αντιληφθούν από πού ερχόταν η φωνή, αλλά μάταια.
     Όπως αποδείχτηκε αργότερα, η φωνή αυτή ήταν θεϊκή. Ήταν η φωνή Του Κυρίου, ο οποίος βρισκόταν στα εγκαίνια της εκκλησίας Του. Μόλις ησύχασε το εκκλησίασμα άρχισε να φωνάζει το μικρό παιδί της Ελένης ο Μανώλης και να δείχνει με το χέρι του, μα! Εκεί, επάνω στέκεται. Μόνο ο μικρός με την αθώα του ψυχούλα μπορούσε να δει τον Κύριο.
     Μετά την θεία λειτουργία ζήτησε ο Σεβ. Μητροπολίτης Δράμας Βασίλειος να εξομολογήσει την Ελένη, την ευλαβή αυτή γυναίκα, η οποία αξιώθηκε να δει την Θεία Χάρη Του. Και όταν την φώναξε για να την εξομολογήσει, φάνηκε μπροστά στο ιερό μια λάμψη σαν αστραπή, την οποία είδαν και άλλοι από το εκκλησίασμα.
^
^
     Την ημέρα που έκαναν τα εγκαίνια, έγινε κι άλλο θαύμα σε μια γυναίκα από τα Σπάτα. Ήταν η στιγμή που έπρεπε ο κόσμος να βγει από την εκκλησία. Τους το είπε ο Σεβ. Μητροπολίτης, ο οποίος τους εξήγησε για ποιο λόγο πρέπει να βγουν έξω εκείνη τη στιγμή όλοι οι χριστιανοί. Τόνισε ότι πρέπει να βγουν όλοι από την εκκλησία και θα μείνει ο διάβολος, ο οποίος τόσα μεγάλα εμπόδια είχε κάνει για να μην κτιστεί αυτή η ωραία εκκλησία, αλλά δεν το κατόρθωσε. Θα βγούμε λοιπόν για μια στιγμή και θα προσευχηθούμε στο Θεό να διώξει οριστικά τα πνεύματα του κακού και της κολάσεως από τον Ιερό Ναό. Αμέσως άρχισε ο κόσμος να βγαίνει από την εκκλησία. Μια γυναίκα ηλικιωμένη δεν μπόρεσε να βγει από τον πολύ κόσμο και αποκαμωμένη έμεινε πάνω στον γυναικωνίτη. Αλλά ξαφνικά βρέθηκε εμπρός της ένας άγνωστος παπάς, ο οποίος την πήρε από το χέρι και της είπε: -Δεν πρέπει να μείνεις εδώ αυτή τη στιγμή. Και με το χέρι του την πήγε στην σκάλα του γυναικωνίτη στο νάρθηκα. Όταν έφτασαν μπροστά στο νάρθηκα, ο παπάς χάθηκε, πράγμα που την άφησε κατάπληκτη.
    Όταν συνήλθε από την έκπληξή της, άρχισε να διηγείται στις γυναίκες που ήταν κοντά της αυτό που της συνέβη και έλεγε ότι την ώρα που την κατέβαζε ο παπάς, αισθανόταν ότι δεν πατούσε κάτω καθόλου. Μετά σκέφτηκε ότι αυτός ήταν ο Χριστός ο οποίος την κατέβασε από τον γυναικωνίτη. Από τότε δεν περνάει μέρα που να μην ευχαριστεί από τα βάθη της καρδιάς της τον Σωτήρα Χριστό για το θαύμα που αξιώθηκε να δει.
†    ―    †

ΤΑ  ΘΑΥΜΑΣΙΑ  ΟΡΑΜΑΤΑ
ΤΩΝ  ΕΟΡΤΩΝ  ΤΩΝ  ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

     Την παραμονή της εορτής των Θεοφανείων, μαζεύτηκαν πολλοί χριστιανοί στην εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού για να αγρυπνήσουν. Στο διάστημα της αγρυπνίας και την ώρα που προσευχόντουσαν, βλέπουν όλοι που ήταν εκεί μέσα στην εκκλησία ένα φως. Τότε μια γυναίκα, η Σοφία Κυνοσάτου από το χωριό Σπάτα, βγήκε από την εκκλησία για να πάει σπίτι της να φέρει λίγη φωτιά για να θυμιάσει την εκκλησία. Οι άλλες γυναίκες προσευχόντουσαν με ευλάβεια. Όταν γύριζε και έφτανε κοντά στην εκκλησία, είδε στον τρούλο και ακριβώς εκεί που είναι η εικόνα του Παντοκράτορα, ένα φως σε σχήμα στρογγυλό, λαμπερό πολύ και μοναχά στη μέση λίγο σκοτεινό. Εν τω μεταξύ και μια άλλη γυναίκα η Θεοδώρα Τσέπενα (Τσέπα), από το ίδιο χωριό, η οποία είδε κι αυτή το λαμπερό εκείνο φως και ρώτησε τι είναι. Με πεποίθηση τότε η πρώτη γυναίκα απάντησε ότι είναι η θεία χάρη. Και αμέσως άρχισαν να προσεύχονται. Αργότερα ήρθαν και πολλοί άλλοι οι οποίοι παρατήρησαν το ουράνιο εκείνο φως. Δεν πέρασαν παρά λίγες στιγμές, όπου βλέπουν όλοι οι συγκεντρωμένοι να φανερώνεται στο σκοτεινό μέρος που ήταν στη μέση του φωτεινού σχήματος, η Ανάσταση του Χριστού. Μετά είδαν στο ίδιο μέρος της Αναστάσεως τρία πρόσωπα ομοούσια, τα οποία παρίσταναν το τρισυπόστατο της Αγίας Τριάδας. Μετά είδαν να χάνονται τα τρία πρόσωπα και να φανερώνεται στο ίδιο ακριβώς μέρος ο Ευαγγελισμός της Υπεραγίας Θεοτόκου με τον άγιο κρίνο στο χέρι του αγγέλου. Σ’ αυτό το διάστημα που συνέβαιναν οι διάφορες εμφανίσεις, το φως έμεινε αμετάβλητο.
    Αφού φανερώθηκε ο Ευαγγελισμός, είδαν στο ίδιο μέρος την Βάπτιση και αφού χάθηκε από τα μάτια τους άρχισε να χάνεται και το Άγιο φως, που φαινότανε σαν να έβγαζε σπίθες. Οι γυναίκες κατάπληκτες από όσα αξιώθηκαν να δουν, άρχισαν με ιερή ευλάβεια και συγκίνηση να προσεύχονται στον Παντοδύναμο Θεό και να τον ευχαριστούν γιατί αξίωσε τις αμαρτωλές ψυχές να δουν τόσα θεία και θαυμάσια πράγματα. Εκείνες που ήταν μέσα στην εκκλησία είδαν μονάχα το λαμπερό εκείνο φως και μόλις έμαθαν τα θαύματα που έγιναν έξω από τον Ναό, γονάτισαν και έκαναν δέηση προς τον Ύψιστο.
†    ―    †
 
 Πηγή:http://jesusspata.blogspot.gr/2011/03/blog-post_4167.html