Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΝΗΣΤΕΨΩ;



Η νηστεία,  δεν είναι μια χθεσινή διάταξις της Εκκλησίας. Δεν είναι, όπως λένε οι άπιστοι, εφεύρεσι των παπάδων. Όχι. Είναι νόμος αρχαίος, που αρχίζει με την πρώτη εμφάνισι του ανθρώπου. Όπως λέει ο Mέγας Βασίλειος, η νηστεία είναι τόσο αρχαία όσο και ο άνθρωπος. Οποιος αμφιβάλλει, ας ανοίξει την αγία Γραφή. θα τη βρει εκεί στο πρώτο βιβλίο, στη Γένεσι. Εκεί λέει, ότι ο Θεός δημιούργησε το πρώτο ζεύγος, τον Αδάμ και την Εύα, τους έβαλε στον παράδεισο, και τους είπε· Έχετε δικαίωμα να τρώτε απ’ όλος τους καρπούς, αλλ’ από τον καρπό ενός δέντρου δεν θα φάτε (βλ. Γέν. 2,16-17). Tα λόγια αυτά σημαίνουν, ότι ο Δημιουργός μέσα στον παράδεισο έθεσε το νόμο της νηστείας. Ώρισε δε και ποινή εάν τον παραβούν· «θανάτω αποθανείσθε», θα πεθάνετε δηλαδή (έ.α.).
Αλλά θα πει κανείς· Η νηστεία, λοιπόν, είναι εντολή της Παλαιάς Διαθήκης, δεν είναι της Kαινής Διαθήκης. Λάθος. Είναι εντολή και της Παλαιάς και της Kαινής Διαθήκης. Είναι και της Kαινής Διαθήκης, διότι αυτός ο Kύριός μας μίλησε περί νηστείας, όρισε τον τρόπο που πρέπει να νηστεύουμε και, το σπουδαιότερο, νήστεψε ο ­ίδιος δίνοντας το παράδειγμα. Nήστεψε όχι μια μέρα, όχι δυό μέρες, αλλά σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες (βλ. Mατθ. 4,2).
Προς τιμήν λοιπόν της νηστείας του Xριστού ορίσθηκε και η νηστεία αυτή, που προηγείται των παθών και της αναστασεώς του.
Nήστεψε ο Xριστός. Nήστεψε η Παναγία μας. Nήστεψαν παλαιότερα οι προφήτες και οι δίκαιοι. Nήστεψαν οι απόστολοι, ο Παύλος ο Πέτρος και οι λοιποί. Nήστεψαν οι πατέρες και διδάσκαλοι, οι όσιοι και οι μάρτυρες… Oλη η Εκκλησία μας τηρεί τη νηστεία, που είναι νόμος υποχρεωτικός γιά όλους. Εξαιρούνται μόνο άρρωστοι ή ηλικιωμένοι, που διατρέχουν κίνδυνο κ’ έχουν ανάγκη συμπληρωματικής τροφής. Oι υγιείς όμως είναι υποχρεωμένοι να νηστεύουν.
Αλλά και οι πρόγονοί μας νήστευαν. Ακόμα και οι πολεμισταί και οι ήρωες του 21. Όταν άρχισαν τη πολιορκία στην Tρίπολι ήταν ημέρα Παρασκευή, κι ο Kολοκοτρώνης διέταξε, κανείς να μη φάει καταλύσιμο φαγητό. Kαί το 12 οι στρατιώτες μας νηστεύανε. Tώρα μπήκε το αμερικάνικο σύστημα και δε’ νηστεύουν ούτε στρατιώτες ούτε αξιωματικοί. Έννοια σου, πολύ καλά πηγαίνουμε… Άν είμεθα ορθόδοξη χώρα, δε’ μπορείς, κύριε, να καταργείς τη νηστεία!
Oταν ήμουν στρατιωτικός ιερεύς, παρά λίγο να με παραπέμψουν στο στρατοδικείο. Πήγα σ’ ένα στρατόπεδο και ήτανε Mεγάλη Σαρακοστη και Παρασκευή. Bλέπω είχαν μαγειρέψει κρέας. Mάζεψα τα παιδιά, καμιά τριακοσαριά. Pε παιδιά, λέω, κάτω οι μανάδες  και οι πατεράδες σας νηστεύουν, όλη η  Ελλάς νηστεύει· εσείς; Δε’ θα φάτε! θα φάτε ψωμί και νερό, τίποτ’ άλλο. Προς τιμήν τους, ούτε ένας δεν άγγιξε. Tα καζάνια έμειναν όπως ήταν. Έγινε τότε θόρυβος μέχρι το στρατηγό, ότι ο παπάς κηρύσσει επανάστασι  κ’ ενώ υπάρχει τροφή δεν αφήνει τα παιδιά να φάνε – ενώ τα παιδιά μόνα τους αποφάσισαν.
Tα παλιά τα ευλογημένα χρόνια την Kυριακή των Απόκρεω ο χασάπης κρεμούσε το μαχαίρι του· το έπιανε πάλι Mέγα Σάββατο για τα αρνιά του Πάσχα. Tώρα; Έχει καταργηθεί η νηστεία. Απ’ όλα τα Βαλκάνια εμείς γίναμε οι πιό κρεοφάγοι. Δε’ φτανουν τα αρνιά της Ελλάδος και φέρνουμε κι από τη Σερβία και τη Βουλγαρία. Kαι καμιά ελάττωσι της κρεοφαγίας τουλάχιστον την περίοδο αυτή.
Θά έρθει τιμωρία! Πρίν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στα ρεστωράν των Αθηνών δεν εύρισκες νηστήσιμο φαγητό. Hρθε μετα ο πόλεμος και τότε, όχι κρέας, όχι ψάρι, όχι βούτυρο, αλλά και το ψωμί ακόμη νηστεύανε. Kαι όχι σαράντα μέρες, αλλά ένα χρόνο ολόκληρο. Θεωρούσαν μεγάλη ευτυχία το Πάσχα  να βρούν μιά φούχτα όσπρια να τα βράσουν να πιούν το ζουμί. Kάτι τέτοιο θα γίνει. Διότι όχι μόνο καταλύουν τη νηστεία, αλλά και κοροϊδεύουν εκείνους που νηστεύουν. Επίτηδες μαγαρίζουν τις ημέρες της νηστείας. Έννοια σου!
Έχω υπ’ όψι μου ένα μέρος στην Άκαρνανία. Kάτι άθεοι και υλισταί εκεί, Mεγάλη Παρασκευή, ενώ στην εκκλησία έψαλλαν «Σήμερον κρεμάται…», αυτοί απ’ έξω σούβλιζαν γουρουνόπουλα. Οργή Θεού, σεισμός, τοής κατέστρεψε· δεν έμεινε τίποτα.
Φοβερά η οργή του Θεού εκεί που χωρίς λόγο καταλύουν τη νηστεία. θα πέσει καρκίνος και άλλες ασθένειες. Kαί είναι γεγονός ότι μιά αιτία του καρκίνου είναι και η κρεοφαγία. Σάν τα όρνια! Δεν έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο εξ αρχής κρεοφάγο. Tώρα βεβαίως το κρέας δεν απαγορεύεται. Άρχικώς όμως ο άνθρωπος ήτο φυτοφάγος. Έπειτα, μετα τον κατακλυσμό του Nώε (βλ. Γέν. 9,3), επέτρεψε ο Θεός το κρέας. Άλλ’ αυτο δεν σημαίνει ότι θα τρώει κρέας συνεχώς. Mε μέτρο θα καταλύει. Δεν είναι απόλυτος ανάγκη η διατροφή με κρέας. Η δε αποχή από το κρέας ενδείκνυται και ιατρικώς. Δε᾽ λέω να μήν τρώει κανείς καθόλου κρέας. Άλλ’ αυτό που γίνεται τώρα, η συνεχής κρεοφαγία, να μη μπορεί ο άνθρωπος να περιορίσει τον εαυτό του, είναι αμαρτία.
Σήμερα λοιπόν γίνεται καταπάτησις του θεσμού της νηστείας. Oι Xριστιανοί όμως που πιστεύουν, υπακούουν και συμμορφώνονται με τη διάταξι της Εκκλησίας και νηστεύουν την περίοδο της Mεγάλης Tεσσαρακοστής.

* * *

Αλλά τί εννοούμε όταν λέμε νηστεία; Kαί άλλοτε το ε­ίπαμε· νηστεία δεν είναι μόνο η αποχή από ορισμένα φαγητά. Αυτή είναι η εύκολη νηστεία· και πολλοί την τηρούν, διότι την επιβάλλει ε­ίτε ο γιατρός γιά λόγους υγείας ε­ίτε η μόδα για λόγους εμφανίσεως. Διατάζει ο διάβολος «νηστεία», και την εκτελούν· αλλ’ όταν διατάζει ο Xριστός, δεν την εκτελούν.
Ποιο όμως έχει αξία; Tο να νηστέψεις από ορισμένα φαγητά δεν είναι δύσκολο· το να νηστέψεις από άλλα πράγματα είναι δύσκολο. Προχθές στο Αμύνταιο, περνώντας μπροστά από κάποιον, κατάλαβα ότι καπνίζει· είδα και τα δάχτυλά του κίτρινα. Tου λέω· ―Tώρα εσύ είσαι Xριστιανός; νηστεύεις; ―Nηστεύω, λέει. ―Εγώ σου λέω τώρα, να κόψεις το τσιγάρο· μπορείς; ―Ά μπα, λέει· το κρέας το κόβω, το τσιγάρο δεν το κόβω. Tέλος πάντων πείσθηκε να κόψει το τσιγάρο μέχρι το Πάσχα.
Nηστεία δεν είναι απλώς να απέχεις από ορισμένα φαγητά. Η αληθινή νηστεία έχει βάθος και πλάτος. Nηστεία, λέει ο Mέγας Βασίλειος και άλλοι πατέρες, είναι να νηστέψουν πρώτα – πρώτα τα χέρια από κάθε αδικία, κλοπή, κ.λπ.. Nα νηστέψουν τα πόδια, να μήν πάνε σε τόπους αμαρτίας. Nα νηστέψουν τα αυτιά, να μην ακούς λόγια άπρεπα και κουτσομπολιά. Nα νηστέψουν τα μάτια – δύσκολη νηστεία· τι το όφελος νά ρχεσαι στην εκκλησία, και το βράδυ επί ώρες να βλέπεις εκείνα τα αισχρά κι ακατονόμαστα; Nά νηστέψει ακόμα η γλώσσα – ακόμα πιό δύσκολη νηστεία, από τα ψέματα, την κατακρισι, την αισχρολογία, κι από το φοβερώτερο απ’ όλα τη βλασφημία. Η πιό δύσκολη όμως νηστεία ποιά είναι; Tό να νηστέψει το μυαλό και η καρδιά από κακές σκέψεις και επιθυμίες. Γιά προσπαθείστε μιά μέρα να κρατήσετε το νου από κακούς λογισμούς και την καρδιά από αισχρές επιθυμίες.

* * *

Ο Θεός να μας βοηθήσει όλους να διαπλεύσουμε το πέλαγος της Mεγάλης Tεσσαρακοστής με συνοδούς τη νηστεία και, μαζί με τη νηστεία, την ελεημοσύνη. Oι πρώτοι Xριστιανοί έλεγαν· «Nηστεύσωμεν, ίνα ελεήσωμεν»· ας νηστέψουμε, και (από την οικονομία που θα έχουμε) να κάνουμε ελεημοσύνη. Συνδέονται αυτά τα δυό.
Γι’ αυτό στο σπίτι το βράδυ μην κοιμάσαι, αν δε’ βάλεις κάτι στην άκρη. Έτσι λέει ο Mέγας Βασίλειος· Nύχτωσε; γονάτισε και κάνε την προσευχή σου· αλλά προηγουμένως ρίξε κάτι σ’ ένα κουτί για ελεημοσύνη. Ας το συνηθίσουμε αυτό.
Nα γίνει και πάλι η νηστεία στην πατρίδα μας θεσμός σεβαστός. Όπως τον τηρούσαν οι ήρωες πρόγονοί μας, ο Kανάρης στα πυρπολικά κι ο Παύλος Kουντουριώτης στον θρυλικό «Αβέρωφ», που δεν επέτρεπε να καταλύσουν νηστεία. Mη μαγαρίζετε το καράβι μου! της φώναξε κάποτε.
Ας νηστέψουμε λοιπόν όλοι. Kαί εύχομαι έτσι να περάσουμε τις άγιες αυτές ημέρες, για να μας αξιώσει ο Θεός να εορτάσουμε τα σεπτά πάθη και την ένδοξο ανάστασι του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Άμήν.
† επίσκοπος Αυγουστίνος
(ι. ναός Αγίου Γεωργίου Λακκιας – Αμυνταίου,

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης.


Το να γνωρίζουμε την πονηρία των ανθρώπων, δηλαδή το κακό που κάνουν οι άλλοι, μικρό ή μεγάλο, μας αλλοιώνει την λογική, μας εξασθενίζει τις δυνάμεις μας, διότι δεν

συμμαρτυρεί με τον Θεό. Τελικά έχουμε αδιαλείπτως έναν πειρασμό μπροστά μας.


Γι' αυτό δεν πρέπει να θέλουμε να μαθαίνουμε, να γνωρίζουμε τί κάνει ο άλλος. Αν έρθουν αν μου μιλήσουν για άλλους, θα τους κλείσω το στόμα ή θα σηκωθώ να φύγω.

Και αν κάποιος έρθει να μου πει τον πόνο του, θα του πω, δεν έχεις Γέροντα; στον Γέροντά σου να μιλήσεις. Και αν μου απαντήσει ότι δεν έχει, θα του πω: Να βρεις!

Εγώ δεν είμαι Πνευματικός ... πήγαινε να βρεις έναν Πνευματικό που θα μπορεί να σε παρακολουθεί. Ξέφυγε δηλαδή εσύ την αμαρτία του άλλου. Όσο μένεις άτρωτος από

τα κακά του άλλου, τον βοηθάς.

Καταστρέφεται όλως διόλου η αγάπη μας και προς τον Θεόν και προς τους ανθρώπους, εφ' όσον αναμειγνυόμεθα στην ιδιωτική ζωή τους. Αυτή είναι υπόθεση μόνο του

αρμοδίου προσώπου και ποτέ εμού του μοναχού ή λαϊκού.

με την χαρά τους, με την λύπη τους, παρεμβαίνουν στην πορεία μας. Γι' αυτό χρειάζεται φόβος και τρόμος, μην τυχόν και αντιδράσωμε στα προσκόμματα που μας βάζουν και

διασαλευθή η ειρήνη του νου και της καρδιάς μας, μήπως δηλαδή προκαλέσωμε τον χωρισμό από τον Θεόν. Χρειάζεται φόβος και τρόμος, μην τυχόν και περιφρονήσω τον

αδελφό μου, μην τυχόν νομίζω ότι αυτός είναι υπεύθυνος για τις συμφορές μου, διότι αυτό είναι ξεπεσμός μου από τον Θεόν. Ο άγιος Ισαάκ τονίζει: «Ουδέποτε φταίει ο άλλος

για κάποιο παράπτωμα, πάντοτε φταις εσύ». Δεν σου φταίει ο άλλος επειδή εσύ κουράσθηκες, αμάρτησες, δυσπίστησες, αλλοιώθηκες. Βλέπεις κάποιον να τρώη με τα χέρια

του και αγανακτείς. Αυτό δείχνει σαφώς ότι δεν άρχισες ακόμη την πνευματική σου ζωή. Η άσκησίς σου είναι στα προοίμια.


Το να αγαθοποιώ όσους με κακοποιούν, με οδηγεί στην ειρήνη. Διότι όλοι οι άνθρωποι τελικώς μας βάζουν προσκόμματα. Με έναν λόγο, με ένα βλέμμα, με το περπάτημά τους,


Για να μπορέσης να ξεπεράσης αυτούς του σκοπέλους, να αγαθοποιής όποιον σε κακοποιεί. Σκόρπα, όσο μπορείς, αγαθότητα. Είσαι στον κόσμο; Μπορείς να του βρεις

δουλεία. Είσαι στο μοναστήρι; Εάν σε καταρασθή, να τον ευλογήσης, εάν σε χτυπήση από την δεξιά σιαγώνα, να του πης, χτύπα με και από την άλλη. Δείξε την αγάπη σου,

ανάλογα με το πώς σου ανοίγει δρόμο ο ίδιος ο Θεός.



Όμως διαρκώς συμβαίνουν στην ζωή μας απρόοπτα. Έρχεσαι στο μοναστήρι για να βρης πνευματική ζωή, και συναντάς κακούς. Είναι απρόοπτο. Ζητάς κελλί από την πλευρά

του μοναστηριού που δεν έχει υγρασία, το αποκτάς, διαπιστώνει όμως ότι η θάλασσα σου προκαλεί αλλεργία, οπότε δεν μπορείς να χαρής ούτε την ημέρα ούτε την νύχτα.

Αμέσως θα σου πη ο λογισμός, σήκω να φύγης. Είναι απρόοπτο. Σε πλησιάζω με την ιδέα ότι είσαι καλός άνθρωπος και βλέπω ότι είσαι ανάποδος. Απρόοπτο.



Παρουσιάζονται συνεχώς απρόοπτα ενώπιόν μας, διότι έχομε θέλημα και επιθυμίες. Τα απρόοπτα είναι αντίθετα προς το θέλημα και την επιθυμία μας, γι' αυτό και μας φαίνονται

απρόοπτα, στην ουσία όμως δεν είναι. Διότι άνθρωπος που αγαπά τον Θεόν προσδοκά τα πάντα και λέγει πάντοτε «γενηθήτω το θέλημά σου». Θα έρθη βροχή, λαίλαπα,

χαλάζι, κεραυνός; «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον». Επειδή αυτά κοστίζουν στην σαρκικότητά μας, γι' αυτό εμείς τα βλέπομε ως απρόοπτα.


Για να μην ταράσσεσαι λοιπόν κάθε φορά και στεναχωριέσαι, για να μην αγωνιάς και προβληματίζεσαι, να τα περιμένης όλα, να μπορής να υπομένης ότι έρχεται. Πάντα να λες,

καλώς ήλθες αρρώστια, καλώς ήλθες αποτυχία, καλώς ήλθες μαρτύριο. Αυτό φέρνει την πραότητα, άνευ της οποίας δεν μπορεί να υπάρχη καμία πνευματική ζωη.

Διότι, μόλις ο άλλος σου πει κάτι κακό, αμέσως ξεπέφτει στα μάτια σου και μειώνεται η αγάπη σου, όσο και αν νομίζεις ότι τον βοηθάς. Έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι.
 
ΠΗΓΗ:http://www.xristianos.gr/
http://ahdoni.blogspot.com/2012/01/blog-post_9592.html



Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ


Στυλ. Γ. Παπαδόπουλος Ομότ. Καθ. Παν. Αθηνών


Ο Μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης

Από το ομώνυμο βιβλίο, εκδόσεις «Τροχαλία»

                                        Εκβάλει δαιμόνια και καθυβρίζεται από αυτά.

Από νωρίς, από τότε που οι δαίμονες τον χτυπούσαν και τον άφηναν αναίσθητο, άρχισε να του παρέχεται κι ένα άλλο χάρισμα. Να εκβάλλει δαιμόνια από ανθρώπους. Παλιά η μεθοδεία του Σατανά. Ταλαιπωρεί αφάνταστα και μεταβάλλει τον άνθρωπο σε απαίσιο τυφλό του όργανο. Ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980 φέρνανε συχνά δαιμονισμένους στη Μονή, για να τους διαβάσει εξορκισμούς ο π. Ιάκωβος και να τους σταυρώσει με την κάρα του οσίου Δαβίδ.



Στις 13 του Σεπτέμβρη, το 1987, δαιμόνιο ενόχλησε το Γιώργο Λ., ένα παληκάρι 22 ετών. Κάθε μέρα και η κατάστασή του χειροτέρευε. Τον Οκτώβρη η μητέρα του και ο αδερφός του φέρανε το Γιώργο στη Μονή. Παρακάλεσαν τον π. Ιάκωβο να προσευχηθεί και να διαβάσει εξορκισμούς. Μπροστά στο ναό το δαιμόνιο αντέδρασε φοβερά. Έβριζε κι αισχρολογούσε, χειρονομούσε και απειλούσε. Μέσα στο ναό συνέχισε πιο έντονα την αντίδραση. Άνοιξε τη λειψανοθήκη ο π. Ιάκωβος, κατέβασε την κάρα του οσίου και άρχισε να διαβάζει εξορκισμούς. Τότε, από τη μητέρα, που κι αυτή μπήκε στο ναό, ακούστηκε μια κραυγή:



–Θεέ μου, τι βλέπουν τα μάτια μου, ας γίνει καλά το παιδί μου! Τελειώνοντας οι εξορκισμοί, ο Γιώργος ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο και ηρέμησε. Η μητέρα του, μόλις βγήκε από το ναό, εξήγησε σε μοναχό πως είδε τον π. Ιάκωβο όταν εκείνη έβγαζε τη φωνή. Τον είδε είπε, όσο διάβαζε τους εξορκισμούς, υψωμένον περίπου μισό μέτρο πάνω από τη γη και να πατάει σ’ ένα μαύρο νάνο με κέρατα και ουρά (στο δαιμόνιο).



Στη Μονή έφερναν δαιμονισμένους, έφερναν και ψυχοπαθείς, με διαφόρων βαθμών και τύπων σχιζοφρένειες. Τις περισσότερες φορές είναι πολύ, μα πάρα πολύ, δύσκολο να διακρίνει κανείς πότε ο δυστυχής άνθρωπος πάσχει από σχιζοφρένεια και πότε κατέχεται από δαιμόνιο. Ο π. Ιάκωβος είχε το χάρισμα να διακρίνει και ανάλογα με την περίπτωση, έλεγε:



–Αυτός (ο ψυχοπαθής) πρέπει να πάει στο γιατρό.



–Αυτός, παιδί μου, έχει δαιμόνιο (άρα χρειαζόταν εξορκισμούς).



Πολλοί παρακολουθούσανε τους εξορκισμούς αυτούς και κάποιοι καταγράψανε διαλόγους μεταξύ του π. Ιακώβου και των δαιμόνων. Οι δαίμονες μιλούσανε με το στόμα των δαιμονισμένων, που βρίζανε άσχημα και συχνά, ως δαίμονες, δείχνανε γνώση πραγμάτων, που δεν τα γνωρίζουν οι άνθρωποι. Η δαιμονισμένη Παναγιώτα χτυπιόταν και δεν ήθελε να πάει στον π. Ιάκωβο, τον οποίο έλεγε ότι θα τον τυφλώσει τη νύχτα, να μην μπορεί να διαβάζει. Το πρωί ο γέροντας τη ρώτησε το όνομά της και αυτή απάντησε: Οσμάν. Άλλη μία δαιμονισμένη απάντησε ότι τη λένε Βελιάρ. Τότε ο γέροντας:



–Εσύ, Βελιάρ, και ο πατέρας σου είστε ψεύτες. Βεελζεβούλ ο πατέρας σου.



Εκείνη βεβαίωσε:



–Ναι, έτσι λέγεται και μου δίνει ξύλο για να κάνω κακό, δεν αντέχω άλλο.



–Τώρα –επιτάσσει ο γέροντας– θέλω να φύγεις από την Παναγιώτα.



–Να φύγω –προλαβαίνει η Παναγιώτα– να φύγω, παλιόγερε κοκαλιάρη.



–Να πας στα όρη –συνεχίζει ο γέροντας.



Και η Παναγιώτα με παράπονο κι επιμονή:



–Να μην πάω στα όρη, να πάω σε άνθρωπο…



Ο γέροντας βάζει την κάρα του Οσίου στο κεφάλι της.



–Μου σπας τα κέρατα… Σε πολεμάω εξήντα πέντε χρόνια. Δεν μπορώ να σε ρίξω σε κάποια αμαρτία, να σε πάω στην κόλαση. Να εύχεσθε σ’αυτόν το Γέρο (=τον όσιο Δαβίδ), αλλιώς θα σας είχα λιώσει…



Έπειτα το δαιμόνιο άλλαξε τακτική και φώναζε στο γέροντα:



–Είσαι άγιος… Έχετε άγιο εδώ και δεν το καταλάβατε.



Ο γέροντας αποστόμωνε αμέσως:



–Τα λες να με παρασύρεις, αμ’ δε σ’ακούω… γη και σποδός είμαι… εγώ είμαι ταπεινός…



Το δαιμόνιο ήξερε καλά, ομολογούσε και αντιδρούσε:



–Αυτή η ταπείνωση, ρε κερατά, με καίει… φύγε ρε…



Την ίδια εποχή, πήγανε οι γονείς στην Μονή την κόρη τους, που δεν έμπαινε στο ναό. Βγήκε ο γέροντας με την κάρα του Οσίου, οπότε η δαιμονισμένη ξέσπασε:



–Σκάσε, να μη σ’ακούω παλιόγερε. Να ψοφήσεις (και χτυπιότανε φοβερά η κοπέλα). Είμαι κοσμοκράτωρ (φώναζε με το στόμα της ο δαίμονας). Κρατώ την Αθήνα στα χέρια μου… Εκείνο που ήθελα το’κανα, τους παπάδες τους κούρεψα…



Πολεμάω χρόνια το μοναστήρι× σας φυλάει ο μεγάλος εδώ μέσα. Δεν μπορώ να σε παγιδέψω. Να τα πόδια σου! Σαπίσανε τα πόδια σου (= πράγματι σάπιες ήτανε οι φλέβες των ποδιών του γέροντα και το αίμα δεν κυκλοφορούσε). Ν’απελπιστείς, πες ότι είσαι άγιος να σε κολάσω.



Επεμβαίνει ο γέροντας:



–Δεν είμαι άγιος, αλλά ο Κύριος είπε: «άγιοι γίνεσθε». Ότι μπορώ κάνω, είμαι άνθρωπος χοϊκός.



Με νέα αγανάκτηση η δαιμονισμένη:



–Τι να σου κάνω, τραγόπαπα, έχεις ταπείνωση κι έχεις μέσα σου το Χριστό× αλλιώς θα σε είχα διαλύσει. Τόσες αρρώστιες (= σου έβαλα) κι εσύ επιμένεις…



Άλλος δαιμονισμένος πληροφόρησε με καύχηση:



–Οχτώ χιλιάδες μάγους έχω στην υποταγή μου.



Τον ρώτησε ο γέροντας πως μπαίνει σε ανθρώπους και απάντησε ότι μπαίνει σ’ αυτούς που «δεν έχουν πίστη. Μπαίνω έτσι, σαν καπνός».



Κάποτε διάβασε τους εξορκισμούς για δαιμονισμένη, που την πήγε στο γέροντα ο αστυνόμος σύζυγός της .Φάνηκε να ηρεμεί, και ο γέροντας έτεινε το χέρι του να τη χαιρετήσει. Τότε αυτή με θυμό:



–Πιάνουν οι δαίμονες το χέρι του παπά που λειτουργεί;



Δυο παληκάρια φέρανε από τη Βέροια τη δαιμονισμένη μητέρα τους. Συνέβη να είναι στη Μονή και ο μητροπολίτης Σάμου. Τη μια στιγμή φερόταν ήρεμα κι έλεγε περιπαιχτικά:



–Κοκαλιάρη Ιάκωβε… Πάτερ Ιάκωβε, είσαι άγιος. Ο κόσμος σε τιμάει για άγιο.



Με υψωμένη φωνή έλεγε και ξανάλεγε ο γέροντας:



–Χοϊκός, αμαρτωλός άνθρωπος, είμαι.



Μετά από λίγο γινόταν επιθετική και με τα νύχια τραυμάτιζε στο πρόσωπο πολλούς. Το ίδιο προσπάθησε και για το γέροντα, που τη σταμάτησε με την κάρα του Οσίου.



Άλλος δαιμονισμένος, αντιδρώντας και τρέμοντας στις προσευχές του γέροντα, φώναζε:



–Σκάσε Ιάκωβε, σκάσε κοκαλιάρη… σαν καπνός εισέρχομαι στον άνθρωπο και σαν καπνός εξέρχομαι… φοβάμαι, τρέμω το Σταυρό… άμα τον κάνουν φεύγω… φεύγει η χάρη του Θεού και μπαίνουμε μεις (= οι δαίμονες).



Σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις δαιμονισμένων ο γέροντας διάβαζε τους εξορκισμούς, έχοντας την κάρα του Οσίου. Έτσι προστάτευε και τον εαυτό του ενώπιον των ανθρώπων. Δε θα μπορούσανε να ειπούν ότι τους δαίμονες εκβάλλει ο ίδιος ο γέροντας, εφόσον πρόβαλλε πάντα τον Όσιο Δαβίδ ως ενεργούντα.



Δραματική, για όλους τους παρόντες, γινόταν η κατάσταση, όταν οι δαιμονισμένοι παίρνανε άλλες μορφές. Τρομαγμένοι και απελπισμένοι από τις προσευχές του π. Ιακώβου, παίρνανε ξαφνικά τη μορφή άγριου μαύρου σκύλου, φοβερού λύκου ή σαρκοβόρου πτηνού. Άλλοτε πάλι γαυγίζαν ή βρυχώνταν σαν θηρία και σκορπούσανε παντού τρόμο.



Όσοι δαιμονισμένοι απελευθερώνονταν από το Σατανά, επισκέπτονταν συχνά τη Μονή για ευχαριστίες και προσκύνημα. Μόνο που οι ευχαριστίες δεν είναι τόσο απλό πράγμα. Παραξενεύτηκαν οι μοναχοί μία μέρα, που ο γέροντας δεν πήρε χρήματα για το ταγαράκι του από τη μητέρα ενός παιδιού, το οποίο ελευθέρωσε από δαιμόνιο. Το δαιμόνιο είχε πάει στα χρήματα, το διέκρινε ο γέροντας:



–Εγώ έβγαλα το δαιμόνιο από το παιδί σου κι εσύ πας να τα βάλεις σ’εμένα!



Το χάρισμα τούτο, να ελευθερώνει τον άνθρωπο από τους δαίμονες είναι πολυσήμαντος θρίαμβος. Αποτελεί την τρανή απόδειξη ότι η κυριαρχία του Σατανά στον κόσμο, τον άνθρωπο και τη φύση, είναι προσωρινή και μπορεί να καταργηθεί. Κι εφόσον με το θαύμα του Οσίου καταργείται ενδεικτικά –στην περίπτωση εκδίωξης δαιμόνων από ανθρώπους– σημαίνει ότι ο Όσιος βιώνει τη βασιλεία αυτής στον κόσμο. Άρα η βασιλεία του Θεού και υπάρχει και μπορεί να πραγματώνεται καθημερινά, έστω και μερικά.





TA ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ




Ἡ εὐσεβὴς Ἄννα σύζυγος τοῦ Ἰωακείμ, πέρασε τὴν ζωή της χωρὶς νὰ μπορέσει νὰ τεκνοποιήσει, καθὼς ἦταν στείρα. Μαζὶ μὲ τὸν Ἰωακεὶμ προσευχόταν θερμὰ στὸν Θεὸ νὰ τὴν ἀξιώσει νὰ φέρει στὸν κόσμο ἕνα παιδί, μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι θὰ ἀφιέρωνε τὸ τέκνο της σὲ Αὐτόν.


Πράγματι, ὁ Πανάγαθος Θεὸς ὄχι μόνο τῆς χάρισε ἕνα παιδί, ἀλλὰ τὴν ἀξίωσε νὰ φέρει στὸν κόσμο τὴν γυναίκα ποὺ θὰ γεννοῦσε τὸν Μεσσία, τὸν Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό.

Ὅταν ἡ Παναγία ἔγινε τριῶν χρόνων, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἡ Ἄννα καὶ ὁ Ἰωακείμ, κρατώντας τὴν ὑπόσχεσή τους, τὴν ὁδήγησαν στὸ Ναὸ καὶ τὴν παρέδωσαν στὸν ἀρχιερέα Ζαχαρία. Ὁ ἀρχιερέας παρέλαβε τὴν Παρθένο Μαρία καὶ τὴν ὁδήγησε στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅπου δὲν ἔμπαινε κανεὶς ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἐπειδὴ γνώριζε ἔπειτα ἀπὸ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ τὸ μελλοντικὸ ρόλο τῆς Ἁγίας κόρης στὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Κυρίου.
Στὰ ἐνδότερά του Ναοῦ ἡ Παρθένος Μαρία ἔμεινε δώδεκα χρόνια. Ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ προμήθευε τὴν Παναγία μὲ τροφὴ οὐράνια. Ἐξῆλθε ἀπὸ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅταν ἔφθασε ἡ ὥρα τοῦ Θείου Εὐαγγελισμοῦ.

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ.

Ὁ π. Νεκτάριος Βιτάλης, γνωστότατος στὸ Λαύριο γιὰ τὴν δράση του καὶ γιὰ τὴν συμπαράστασή του στὸν φτωχὸ καὶ ξεγραμμένο κόσμο τῆς ὑποβαθμισμένης αὐτῆς περιοχῆς, διηγεῖται τὸ παρακάτω περιστατικὸ ὅπως τοῦ συνέβη, ὅταν ἑτοιμοθάνατος ἀπὸ καρκίνο, περίμενε ἁπλῶς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του...

Τὰ ὅσα παρουσιάζονται στὴν συνέχεια ἔχουν προβληθεῖ ἐπανειλημμένως στὰ μέσα ἐνημέρωσης, εἶναι δὲ καταχωρημένα καὶ στὸ βιβλίο «ΜΙΛΗΣΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ» - Ἀθῆνα 1997, τοῦ γνωστοῦ συγγραφέα κ. Μανώλη Μελινοῦ.

Διηγεῖται ὁ π. Νεκτάριος Βιτάλης:

- Εἶχα προσβληθεῖ ἀπὸ σοβαρὴ μορφὴ καρκίνου. Τὸ στῆθος μου ἦταν μιὰ πληγὴ ἀνοικτὴ ποὺ ἔτρεχε ἀδιάκοπα αἷμα καὶ πύον. Ἀπὸ τοὺς πόνους ἔσκιζα τὶς φανέλες μου. Κατάσταση τραγική, πήγαινα κατ᾿ εὐθείαν στὸν θάνατο. Νὰ φαντασθεῖτε, εἶχα ἑτοιμάσει ἀκόμη καὶ τὰ σάβανά μου...

Στὶς 26 Μαρτίου 1980 τὸ πρωΐ, συζητώντας στὸ γραφεῖο μου στὸ ὑπόγειο τοῦ Ναοῦ, μαζὶ μὲ τὴν νεωκόρο Σοφία Μπούρδου καὶ τὴν ἁγιογράφο Ἑλένη Κιτράκη ἄνοιξε ξαφνικὰ ἡ πόρτα καὶ μπῆκε ἕνα ἄγνωστό μου γεροντάκι. Εἶχε τὰ γένια του κατάλευκα, κοντὸς καὶ μὲ ἐλαφριὰ φαλάκρα. Ἴδιος ἀκριβῶς ὅπως ὁ Ἅγιος Νεκτάριος στὶς φωτογραφίες ποὺ βλέπουμε. Πῆρε τρία κεριὰ χωρὶς νὰ ρίξει χρήματα κι᾿ ἄναψε μόνο τὰ δυό. Προσκύνησε ὅλες τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου, προσπερνώντας τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου χωρὶς νὰ τὴν προσκυνήσει. Ἐμένα δὲν μ᾿ ἔβλεπε στὸ σημεῖο ποὺ βρισκόμουνα. Εἶχα φοβεροὺς πόνους ὅταν τράβηξα τὴν κουρτίνα τοῦ γραφείου καὶ προχώρησα πρὸς τὸ μέρος του. Μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη σταύρωσε τὶς παλάμες του καὶ χωρὶς νὰ κοιτάξει πουθενά, ρώτησε:

- Ὁ γέροντας εἶν᾿ ἐδῶ;

Ἡ νεωκόρος ξέροντας τὴν ἀρρώστια μου θέλησε νὰ μὲ «προστατεύσει»...
- Ὄχι, ὄχι...εἶναι μὲ γρίπη στὸ σπίτι του...
- Δὲν πειράζει. Εὔχεσθε, καὶ καλὴ Ἀνάσταση, εἶπε ἐκεῖνος καὶ ἔφυγε.

Ἦρθε ἡ νεωκόρος τρέχοντας καὶ μοῦ λέει·
- Πάτερ Νεκτάριε, ὁ γέροντας ποὺ μόλις ἔφυγε ἔμοιαζε ἴδιος με τὸν Ἅγιο Νεκτάριο! Τὰ μάτια του πετοῦσαν φλόγες. Μοῦ φαίνεται ὅτι ἦταν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος κι᾿ ἦλθε νὰ σᾶς βοηθήσει...

Τὴν εὐχαρίστησα νομίζοντας ὅτι μοῦ ἔλεγε αὐτὰ γιὰ νὰ μὲ παρηγορήσει. Ὅμως κατὰ βάθος «κάτι» δὲν πήγαινε καλά. Τὴν ἔστειλα μαζὶ μὲ τὴν ἁγιογράφο νὰ βροῦνε γρήγορα τὸν ἄγνωστο καὶ νὰ τὸν φέρουν πίσω. Μπῆκα στὸ Ἱερὸ καὶ προσκυνώντας τὸν Ἐσταυρωμένο κλαίγοντας, γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ παρακαλοῦσα τὸν Χριστὸ νὰ μὲ θεραπεύσει. Τὰ βήματά τους μὲ διέκοψαν,
- Πάτερ, ὁ Γέροντας ἦρθε!

Πλησίασα νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι, ἀλλὰ μὲ ταπείνωση δὲν μ᾿ ἄφησε. Ἔσκυψε καὶ φίλησε αὐτὸς τὸ δικό μου! Τὸν ρώτησα·
- Πῶς λέγεσθε γέροντα;
- Ἀναστάσιος παιδί μου, εἶπε, λέγοντας τὸ βαπτιστικὸ ὄνομα ποὺ εἶχε πρὶν γίνει μοναχός...

Τοῦ ὑπέδειξα νὰ προσκυνήσει τὰ ἅγια λείψανα. Ἔβγαλε ἕνα ζευγάρι συρμάτινα γυαλάκια, μ᾿ ἕνα μόνο μπρατσάκι. Μόλις τὰ εἴδαμε, ὅλοι ἀνατριχιάσαμε!
Ἦταν τὰ ἴδια γυαλιὰ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ποὺ εἴχαμε στὴν προθήκη μὲ τὰ ἅγια λείψανα. Μοῦ τὰ εἶχε δωρήση ἡ παλιὰ γερόντισσα τοῦ μοναστηριοῦ του, στὴν Αἴγινα, μοναχὴ Νεκταρία.

- Ἡ πίστη εἶναι τὸ πᾶν !..., εἶπε ὁ ἄγνωστος, καθὼς φοροῦσε τὰ γυαλιά του.

Ἄρχισε νὰ ἀσπάζεται μὲ εὐλάβεια ὅλα τὰ ἅγια λείψανα καθὼς τὸν ξεναγοῦσε ἢ νεωκόρος. Στὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ἀδιαφόρησε, προσπερνώντας τα...
- Γέροντα, μὲ συγχωρεῖτε τοῦ εἶπα. Κι᾿ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος θαυματουργὸς εἶναι. Γιατί δὲν τὸν ἀσπάζεστε;

Γύρισε καὶ μὲ κοίταξε χαμογελώντας. Τὸν ρώτησα·
- Ποῦ μένετε Γέροντα;

Μοῦ ἔδειξε τὸ ταβάνι, ἐκεῖ ποὺ κτίζαμε τὴν καινούργια ἐκκλησία, λέγοντας,
- Τὸ σπίτι μου δὲν εἶναι ἀκόμη ἕτοιμο καὶ στενοχωροῦμαι. Ἡ θέση μου δὲν μοῦ τὸ ἐπιτρέπει νὰ μένω ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ...
- Γέροντα, τοῦ ἐξομολογήθηκα, σᾶς εἶπαν ψέμματα ὅτι ἔχω γρίπη. Ἔχω καρκίνο! Θέλω ὅμως νὰ γίνω καλά, νὰ φτιάξω τὴν Ἁγία Τράπεζα, νὰ τελειώσω τὴν Ἐκκλησία πρῶτα, καὶ μετὰ ἂς πεθάνω...
- Μὴ στενοχωρεῖσαι, μοῦ εἶπε. Ἐγὼ τώρα ἀναχωρῶ. Πηγαίνω στὴν Πάρο νὰ προσκυνήσω τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο καὶ νὰ ἐπισκεφτῶ καὶ τὸν παπα-Φιλόθεο, πρόσθεσε, ξεκινώντας νὰ φύγει. Προσπέρασε τὴν μεγάλη εἰκόνα του χωρὶς νὰ δώσει σημασία...

Τὸν σταμάτησα καὶ ἀκούμπησα τὰ χέρια μου στὸ πρόσωπό του.
- Γεροντάκο μου, γεροντάκο μου, τοῦ εἶπα, τὸ προσωπάκι σου μοιάζει ἴδιο μὲ τοῦ ἁγίου Νεκταρίου ποὺ τιμάει αὐτὴ ἐδῶ ἡ Ἐκκλησία μας...

Τότε, κύλησαν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια του... Μὲ σταύρωσε, καὶ μὲ ἀγκάλιασε μὲ τὰ χέρια του... Παίρνοντας θάρρος κι᾿ ἐγὼ ἄνοιξα τὰ χέρια μου νὰ τὸν ἀγκαλιάσω. Μόλις τὰ ἅπλωσα ὅμως, κι᾿ ἐνῶ τὸν ἔβλεπα μπροστά μου, τὰ χέρια μου ἔκλεισαν στὸ κενό!...

Ἀνατρίχιασα καὶ σταυροκοπήθηκα. Τοῦ λέω πάλι·
- Γέροντά μου, σὲ παρακαλῶ, θέλω νὰ ζήσω, νὰ κάνω τὴν πρώτη μου λειτουργία. Βοήθησέ με νὰ ζήσω...

Ἔφυγε ἀπὸ κοντά μου καὶ ἀφοῦ στάθηκε πέρα, στὴν εἰκόνα του μπροστά, μοῦ εἶπε·
- Ὤ, παιδί μου Νεκτάριε, μὴ στενοχωριέσαι. Δοκιμασία περαστικὴ εἶναι, καὶ θὰ γίνεις καλά! Θὰ γίνει τὸ θαῦμα ποὺ ζητᾷς καὶ θ᾿ ἀκουστεῖ σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Μὴ φοβᾶσαι...

Ἀμέσως χάθηκε ἀπὸ μπροστά μας μέσα ἀπὸ τήν κλειστὴ πόρτα...
Ἔτρεξαν οἱ γυναῖκες νὰ τὸν προφθάσουν. Τὸν πρόλαβαν στὴν στάση τοῦ λεωφορείου. Μπῆκε μέσα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐξαφανίσθηκε, πρὶν ξεκινήσει τὸ λεωφορεῖο!...

Αὐτὰ ἀναφέρει ὁ π. Νεκτάριος Βιτάλης, ἕνα σεβαστὸ καὶ κατὰ πάντα ἀξιόπιστο πρόσωπο, παρουσίᾳ μαρτύρων, ποὺ τελικὰ ἔγινε καλά, διαψεύδοντας γιατρούς, ἀκτινογραφίες, καὶ προβλέψεις θανάτου. Γιατὶ ἐπάνω ὅλων βρίσκεται ὁ Χριστός, ὁ ζωντανὸς Θεός μας καὶ οἱ μεσίτες Ἅγιοί του, σὺν τὴν Παναγία Μητέρα του!
Γιατὶ «ὅπου Θεὸς βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις...»

Ο Άγιος Ταξιάρχης σωζει την ζωη της και την ψυχή του αδερφού της .

 Ο Γιάννης Aπήκος, από το Μανταμάδο της Λέσβου, ξενιτεμένος στη Γερμανία, ζούσε ήσυχα και χριστιανικά με τη γυναίκα του Καλλιόπη.
Το Νοέμβριο του 1987 ή Καλλιόπη αρρώστησε σοβαρά με βαρύ εγκεφαλικό.
 Μεταφέρθηκε αμέσως σε γερμανικό νοσοκομείο, όπου παρέμεινε σε κωματώδη κατάσταση για πέντε βδομάδες.Οι γιατροί δεν της έδιναν ζωή. Ώρα με την ώρα περίμεναν το μοιραίο.

Στην οικογένεια επικρατούσαν πόνος και θλίψη. Να όμως πού φάνηκε κάποια ελπίδα:
Ο προστάτης του Μανταμάδου, της ιδιαίτερης πατρίδας τους, ο Ταξιάρχης Μιχαήλ.
Όλη η οικογένεια γονάτισε αυθόρμητα μπροστά στο εικονοστάσι και σήκωσε τα μάτια Ικετευτικά στο εικόνισμα του αρχαγγέλου. Προσευχήθηκαν με πόνο, με πίστη, με δάκρυα. Ύστερα σηκώθηκαν γαληνεμένοι, με κάποια κρυφή ελπίδα.

Άπ' αυτήν όμως την ομαδική προσευχή απουσίασε ο αδελφός της άρρωστης, ο Ηρακλής. Ήταν μάρτυρας του Ιεχωβά, γι' αυτό είχε ανοίξει αθόρυβα την πόρτα κι είχε εξαφανιστεί.
Πρωί-πρωί ξεκίνησαν για το νοσοκομείο. Εκεί δοκίμασαν μια έκπληξη. Ή άρρωστη, πού μέχρι χθες βρισκόταν σε κώμα, είχε ανοιχτά τα μάτια και τους κοιτούσε.
- Τι συμβαίνει, Καλλιόπη; ρώτησε ο Γιάννης.

- Που πήγατε την εικόνα του Ταξιάρχη πού είχαμε στο σπίτι; ρώτησε εκείνη με δυσκολία.
-  Εκεί είναι, στη θέση της.

Τότε φάνηκε ή γυναίκα να ησυχάζει, και με πολύ κόπο συνέχισε.

- Χθες το βράδυ μ' επισκέφθηκε ο Ταξιάρχης και στάθηκε εδώ, δίπλα μου. Ήταν λίγο στενοχωρημένος. Με κοίταξε πονετικά και μου είπε: "Θέλω ν' απλώσω τις φτερούγες μου και να σας σκεπάσω, αλλά δυσκολεύομαι". Με κοίταξε λίγο ακόμα κι εξαφανίστηκε. Τι συμβαίνει Γιάννη; Γιατί διστάζει ο Ταξιάρχης;
Ο Γιάννης αμέσως κατάλαβε. Το εμπόδιο ήταν ο χιλιαστής αδελφός της.
Το βράδυ τον συνάντησε, τον ενημέρωσε και, τελειώνοντας, τόνισε:

- Ο αρχάγγελος, Ηρακλή, δεν θέλει μόνο τη σωματική θεραπεία της αδελφής σου, αλλά και τη δική σου την ψυχική. Θέλει τη σωτηρία σου. Θέλει την επιστροφή σου στην ορθόδοξη πίστη. Και μαζί μ' αυτή, θέλει και την προσευχή σου για την αδελφή σου.

Σε λίγο άρχισε ένας αγώνας σκληρός. Πάλευε ο χιλιαστής με την ορθόδοξη χριστιανική του συνείδηση. Η τελευταία είχε σύμμαχο την αγάπη της αδελφής του. Τελικά υπέκυψε στη δύναμη του Χρίστου, γονάτισε μπροστά στο εικονοστάσι, προσευχήθηκε με δάκρυα, αναγεννήθηκε.
Το πρωί βιάστηκαν όλοι να πάνε στο νοσοκομείο.
Μα τι να δουν! Η άρρωστη τους περίμενε όρθια. Ο θάλαμος ήταν γεμάτος από γιατρούς και νοσοκόμες. Τα είχαν όλοι χαμένα.


- Τη νύχτα, άρχισε να λέει χαρούμενη h Καλλιόπη, άκουσα μέσα στην ησυχία δυνατό φτερούγισμα. Κοιτάζω ξαφνιασμένη, και βλέπω πάλι τον Ταξιάρχη. Τώρα όμως ήταν χαρούμενος και γελαστός.
"Θα γίνεις καλά", μου είπε.
Σήκωσε το χέρι του, με σταύρωσε, μου χαμογέλασε και χάθηκε. Έκανα να σηκωθώ, και είδα πώς μπορούσα.
Στο θάλαμο νοσηλευόταν μια ακόμη άρρωστη. Με είδε πού περπατούσα, ήρθε και μ' αγκάλιασε. "Τα είδα όλα", μου είπε.

"Εί­δα να σε πλησιάζει στο κρεβάτι σου κάποιος ψηλός, μαυριδερός και λευκοντυμένος άνδρας. Τον είδα να κουνάει τα χέρια του. Και ξαφνικά χάθηκε...
 Στην αρχή νόμισα πώς ήταν γιατρός με την άσπρη μπλούζα. Αυτός όμως ήταν ασυνήθιστα ψηλός, πάνω από δύο μέτρα. Δεν πατούσε στη γη και δεν έκαναν θό­ρυβο τα πόδια του. Με την παρουσία του ξεχύθηκε μια ευωδιά στο δωμάτιο. Τρόμαξα και σκεπάστηκα περισσότερο."

- Τι θα κάνουμε τώρα; ρώτησε ο Γιάννης το γιατρό.
- Δεν ξέρω, κύριε. Μόνο ένα θαύμα μπορούσε να φέρει αυτό το αποτέλεσμα. Και το θαύμα έγινε!

Την επόμενη  μέρα ο Γιάννης βρισκόταν κιόλας στην πατρίδα του, μπροστά στον Ταξιάρχη, κι έβρεχε την ιερή εικόνα του ευεργέτη του με δάκρυα χαράς κι ευγνωμοσύνης.