Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009






Άγιος Εφραίμ



Ο Άγιος Εφραίμ γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1384μ.Χ. Ήταν ένα από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας Μόρφη. Οι γονείς του όταν βάπτισαν τον Άγιο του έδωσαν το όνομα Κωνσταντίνος. Σε μικρή ηλικία ο Άγιος Εφραίμ ορφάνεψε από πατέρα. Από εκείνη την στιγμή η μητέρα του ανέλαβε εξ ολοκλήρου την φροντίδα της οικογένειας. Στην φροντίδα αυτή συμπεριέλαβε και την χριστιανική αγωγή των παιδιών της. Ο Άγιος από μικρός έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για τον Θεό και την Χριστιανική πίστη.


Όταν ο Άγιος Εφραίμ ήταν δεκατεσσάρων ετών, στην περιοχή των Τρικάλων γινόταν από τους Τούρκους, υπό τις διαταγές του Σουλτάνου Βαγιαζίτ του 1ου, επιχειρήσεις παιδομαζώματος. Το παιδομάζωμα ήταν το πρώτο στάδιο της δημιουργίας των Γενίτσαρων. Μάζευαν οι Τούρκοι μικρά Ελληνόπουλα, τα έστελναν στην Τουρκία όπου σε ειδικά στρατόπεδα τα μεγάλωναν γεμίζοντας την καρδιά τους αγάπη για τον Αλλάχ και μίσος για τον Χριστό και την Ελλάδα. Αυτά τα Ελληνόπουλα γίνονταν οι φοβεροί Γενίτσαροι, που όπως λένε πολλές μαρτυρίες ήταν σκληρότεροι και από τους ίδιους τους Τούρκους.


Φοβούμενη η μητέρα του Αγίου ότι θα τον πάρουν και αυτόν οι Τούρκοι, τον συμβούλεψε να φύγει από το πατρικό του σπίτι και να κατευθυνθεί σε περιοχές της Ελλάδας που δεν ήταν ακόμα κάτω από τον Τουρκικό ζυγό. Όταν έφτανε σε μια τέτοια περιοχή, τον ορμήνεψε, να βρει ένα μοναστήρι και να εισαχθεί εκεί ως δόκιμος μοναχός, μιας και η μοναστική ζωή ήταν κάτι που επιθυμούσε και ο ίδιος. Τις συμβουλές αυτές ακολούθησε ο Άγιος Εφραίμ και μετά από πολλούς κόπους έφτασε στο όρος Αμώμων της Αττικής. Είναι το όρος που, στις μέρες μας, στους πρόποδες του είναι χτισμένη η Νέα Μάκρη. Στο όρος είχαν μαζευτεί χριστιανοί ασκητές, και από αυτούς ονομάστηκε όρος Αμώμων, δηλαδή όρος των Καθαρών. Εκεί υπήρχε και το ανδρικό μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Σε αυτό το μοναστήρι κατάφυγε ο Άγιος Εφραίμ και έμεινε έως την ηλικία των 18 ετών ως δόκιμος μοναχός της μονής.


Στην ηλικία των δεκαοκτώ χρίστηκε μοναχός και έλαβε το όνομα Εφραίμ (όπως έχουμε αναφέρει μέχρι τότε ονομαζόταν Κωνσταντίνος). Μετά δε από λίγα χρόνια χειροτονήθηκε Ιερέας. Στο μοναστήρι περνούσε πολύ λίγο χρόνο. Συνήθως ήταν απομονωμένος σε μια σπηλιά στην περιοχή όπου και ασκήτευε.


Τα χρόνια περνούσαν και η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε υποδουλώσει σχεδόν όλη την Ελλάδα. Στην περιοχή της Αττικής δρούσαν Τουρκικά στρατεύματα υπό τις διαταγές του Εβρενόμπεη. Μέρος αυτών των στρατευμάτων, το 1424, αναπτύχθηκε στην περιοχή του όρους Αμώμων και άρχισε να καταστρέφει, να λεηλατεί και να δολοφονεί, κάνοντας πράξη την συνήθη τακτική των Τουρκικών στρατευμάτων τον καιρό εκείνο. Έτσι έφτασαν και στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και απαίτησαν να τους παραδοθούν οι θησαυροί του μοναστηριού. Το μοναστήρι όμως ήταν φτωχό και το μόνο που κατάφεραν να πάρουν οι Τούρκοι από εκεί ήταν οι ζωές όλων των μοναχών που σφαγιάστηκαν στην αυλή του μοναστηριού.


Ο Άγιος την ημέρα εκείνη δεν ήταν στο μοναστήρι. Όταν το επισκέφθηκε την επόμενη, βρήκε τα πτώματα των μοναχών στην αυλή και το μοναστήρι κατεστραμμένο. Αφού φρόντισε για την ταφή των μοναχών, αποσύρθηκε μόνιμα πλέον στην σπηλιά που ασκήτευε. Στο μοναστήρι κατέβαινε μόνο στις μεγάλες εορτές για να λειτουργήσει στην εκκλησία του. Σε μια τέτοια εορτή, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1425 (ημέρα μνήμης της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού), ξαναεπισκέφθηκαν οι Τούρκοι την μονή. Συνέλαβαν τον Άγιο και άρχισαν να τον υποβάλουν σε φρικτά βασανιστήρια προσδοκώντας να τους αποκαλύψει τυχών μυστικές κρύπτες με θησαυρούς που δεν είχαν καταφέρει να ανακαλύψουν. Οκτώ ολόκληρους μήνες ο Άγιος υπέμενε τα φρικτά βασανιστήρια των Τούρκων έως τις 5 Μαΐου του 1426 κρεμασμένος ανάποδα καρφωμένος με καρφιά στον κορμό μιας μουριάς, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, σε ηλικία 42 ετών.


Στις μέρες μας στο μοναστήρι αυτό μένουν και υπηρετούν μοναχές. Το λείψανο του Αγίου Εφραίμ φυλάσσεται εκεί και καθημερινά εκατοντάδες πιστών το επισκέπτονται ζητώντας από τον Άγιο την ευλογία και την βοήθεια του. Ο Άγιος με την χάρη του Θεού έχει κάνει χιλιάδες θαύματα. Στον περίβολο της μονής, και προστατευμένη από κτίσμα που χτίστηκε γύρω της, υπάρχει η μουριά πάνω στην οποία ο Άγιος Εφραίμ άφησε την τελευταία του πνοή. Η ηρεμία που επικρατεί στον χώρο είναι κάτι που δεν περιγράφεται με λέξεις. Θα την νιώσετε κι εσείς όταν με την βοήθεια του Χριστού επισκεφθείτε τον Άγιο Εφραίμ στην μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στην Νέα Μάκρη Αττικής.


Η εκκλησία μας έχει αφιερώσει στην μνήμη του Αγίου Εφραίμ δύο ημέρες του έτους. Την 5η Μαΐου όπου τιμούμε το μαρτυρικό θάνατο του Αγίου και την 3η Ιανουαρίου όπου τιμούμε την ανεύρεση των ιερών λειψάνων του. Τα ιερά λείψανα του Αγίου Εφραίμ βρέθηκαν με Θεία Παρέμβαση το 1950, 524 ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατο του.

















Α Φ Ι Ε Ρ Ω Μ Α

Εις την Οσιωτάτη και Περιλημένη Μητέρα ημών

+ Μοναχή Μακαρία Δεσύπρη,

Καθηγουμένη και Κτιτόρισσα Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και Αγίου Εφραίμ,

Όρους Άμωμων Αττικής

Μνήμη, Ευγνωμοσύνη και Αγάπη


ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΗΣ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΗΣ +ΜΟΝΑΧΗΣ ΜΑΚΑΡΙΑΣ ΔΕΣΥΠΡΗ (1911-1999)

Οσιωτάτη Καθηγουμένη +Μοναχή Μακαριά, κατά κόσμον Μαργαρίτα Δεσύπρη, έγεννήθη την 12ην Μαρτίου 1911 στο χωριό Φαλατάδο της Τήνου. Γόνος πολύτεχνης ευσεβούς οικογένειας εγαλουχήθη στα νάματα της Ορθοδοξίας από τους ευσεβείς γονείς της, Μαρίνα και Γεώργιο, ιδιαίτερα δε από τον ιερέα πάππο της εκ μητρός, π. Αντώνιο, ον και υπερηγάπα.

Η ευσεβής μήτηρ της, ως άλλη Εμμέλεια ηξιώθη νά αφιέρωση στον Κύριο δύο θυγατέρας μοναχάς, την Μοναχή Πελαγία και την Μακαριστή Καθηγουμένη μας, και έναν υιό ιερέα, τον π. Ανδρέ­α Δεσύπρη, τον μόνο επιζώντα σήμερον.

Προσήλθεν στην ταξί των Μοναχών ως Δόκιμος στις 11 Δεκεμβρίου 1930· εκάρη Μοναχή στις 31 Ιουνίου 1932 από τον μακαρι­στό Ιερομόναχο Πέτρο Βλοτίλδη και στις 29-6-1935 εχειροτονήθη σε Μεγαλόσχημο επί Μακαριωτάτου Χρυσοστόμου στην Ιερά Μονής Αγίου Ιεροθέου στα Μέγαρα Αττικής.

Όμως ο Κύριος της Δόξης την εκάλει δι' άλλους αγώνας. Η περίοδος της Κατοχής την ευρίσκει στις γυναικείες φυλακές του Α­βέρωφ στην Αθήνα, όπου παρηγορούσε φυλακισμένες και περιέθαλπε μετά αγάπης πολλής τα τέκνα τους.

Το καλοκαίρι του 1945 επισκεφθείσα την Νέα Μάκρη Αττικής ανηφόρησε δια να ανάψη το καντηλάκι των ερειπίων τής πάλαι ποτέ Σταυροπηγιακής ανδρώας Ιεράς Κοινοβιακής Μονής του Ό­ρους των Αμώμων, όπως αργότερα τής απεκαλύφθη θαυμαστώς έκτοτε, πληροφορηθείσα εσωτερικώς ότι «ο τόπος ούτος Άγιος έστι» παρέμεινεν αδιαλείπτως μέχρι την εκδημία της.

Εγκατασταθείσα στα ερείπια διεβίωσε στο κελλίο της με αφαντάστους στερήσεις, κάτω από τελείως αντίξοες συνθήκες. Την νύκτα έπλεκε κάλτσες «διά να προσπορίζεται τα προς το ζην» και την ήμερα «ξέθαβε» τα ερείπια του μικρού ναΐσκου του Ευαγγελισμού, διότι ήθελε να εύρη τους θεμέλιους λίθους των Πατέρων και επ' αυτών να ανοικοδόμηση τον Ναόν και τα κελλία των Μοναχών.

Πολλάκις ησθένησεν και παρέμεινε στο κελλίο της «πυρέσουσα εν καιρώ χειμώνος» χωρίς σκεπάσματα, χωρίς πόρτες και παράθυρα. Περαστικός τις τσοπάνος της έριξε την κάπα του, ό­ταν αντελήφθη, ότι έζη άνθρωπος ασθενής στα ερείπια ταύτα.

Όμως ό Θεός της επεφύλασσεν υψίστη τιμή: την αποκάλυψι των Λειψάνων του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Εφραίμ του Θαυματουργού μετά πεντακοσίων χρόνων κατάκρυψι στην γη.

ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

Καθισμένη πάνω στα ερείπια του παλιού Μοναστηριού, όπου ή θεία πρόνοια ωδήγησε τα βήματα μου, έφερνα τον στοχασμό μου σε χρόνια περασμένα, σε παλιούς καιρούς, όταν σκορπισμένα ή­ταν παντού τα κόκκαλα των Αγίων, πού με το αίμα τους ποτίστη­κε το δέντρο της Ορθοδοξίας. Και καθώς καταγινόμουν στο κα­θάρισμα απ' τα χαλάσματα της Ιεράς Μονής, αναλογιζόμουν ότι βρίσκομαι σε ιερό τόπο, και έλεγα· Θεέ μου αξίωσε με την ανάξια δούλη σου να ίδω έναν από τους πατέρας πού έζησαν εδώ. Και ενώ πέρασε αρκετός καιρός κατά τον όποιο συνεχώς παρακαλού­σα, ένιωθα μία φωνή μέσα μου να μου λέγει: «σκάψε εκεί και θα βρεις αυτό πού επιθυμείς» και θαυμαστώς μου υπέδειξε με τρόπο μυστηριακό ένα κομμάτι γης στο προαύλιο του Μοναστη­ριού. Ό καιρός περνούσε και ή φωνή πιο δυνατή, πιο φλογερή με προέτρεπε· «Σκάψε και θα βρεις αυτό που επιθυμείς» κι έδειξα τον τόπο στον εργάτη πού είχα φωνάξει εκείνες τις μέρες για μία μικρή επισκευή στο παλιό Ηγουμενείο. Εκείνος ό άνθρωπος δεν ήταν πρόθυμος να σκάψει εκεί πού με ωθούσε ή εσωτερική φωνή. Ήθελε να σκάψει κάπου πιο πέρα, οπουδήποτε άλλου. Στην επιμο­νή του τον άφησα να πάει όπου ήθελε, και εγώ έμεινα εκεί και προσευχόμουν να μην μπορεί να σκάψει, να βρίσκει βράχους, για να αναγκαστεί να έλθει στον τόπο πού με ωθούσε εκείνη ή φωνή.

Και πράγματι, ενώ προσπάθησε σε τρία-τέσσερα μέρη, συνεχώς έβρισκε βράχους και γι' αυτό επέστρεψε εις τον τόπο πού αρ­χικώς του υπέδειξα.

Ο τόπος εκείνος από το τζάκι, τις τρεις θυρίδες, το μισογκρε­μισμένο τοίχο, όλα αυτά μαρτυρούσαν πώς κάποτε υπήρξε κελί κάποιου Μοναχού και πού έμειναν τα ερείπια αυτά για να μας πουν το δράμα πού κάποτε συνέβη εκεί.

Καθαρίσαμε τον τόπο από τις πέτρες, και άρχισε ο εργάτης εκείνος να σκάβη κάπως νευρικά, κάπως θυμωμένα και επειδή φοβόμουνα να μη μου κάνη ζημιά, του είπα: «μην βιάζεσαι, μην κουράζεσαι, κάνε πιο σιγά», άλλ' επειδή δεν με άκουγε και έσκα­βε με τον ίδιο ρυθμό, τού είπα: «Μήπως είναι και κανείς θαμμέ­νος και κάνεις ζημιά! Σε παρακαλώ, πρόσεχε». Και τότε κατάλα­βε και μου είπε «νομίζεις ότι θα είναι αλήθεια αυτό πού έχεις στο νου σου;» Και αλήθεια ήμουν τόσο βεβαία σαν να τον έβλε­πα. Και προχωρώντας τώρα εις την αγία και ιεράν εκταφή, και φθάνοντας περίπου ένα και εβδομήντα βάθος πρώτα έφερε εις το φως ο κασμάς το κεφάλι τού άνθρωπου του Θεού. Την ίδια δε στιγμή σκορπίστηκε άρρητη ευωδία σε όλη τη γύρω ατμόσφαιρα. Ό εργάτης χλώμιασε, δέθηκε ή γλώσσα του, κόπηκε ή μιλιά του.

«Άφησε με μόνη, σε παρακαλώ», είπα στον εργάτη, και απο­μακρύνθηκε.

Γονάτισα με ευλάβεια και ασπάστηκα το σκήνωμα τού Άγιου και αισθάνθηκα βαθειά την έκταση του μαρτυρίου του.

Η ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση, απόκτησα μεγάλο θησαυ­ρό, και παίρνοντας το χώμα με προσοχή έβλεπα την αρμονία του σκηνώματος του, πού, αν και τόσους αιώνες μέσα στη γη, δεν εί­χε αλλοιωθεί.

Χαρακτηριστικόν, ότι επρόκειτο για κληρικόν, είναι το ό­τι παίρνοντας το χώμα εις την θέσιν όπου ήσαν τα άγια του χέ­ρια, είδα το στρίφωμα του μανικιού του ράσου, πού δεν υπήρχε ούτε ή ελάχιστη σκόνη, ολοκάθαρο, χονδροϋφασμένο από αργα­λειό του παλαιού καιρού· το πάχος της κλωστής ήταν πάνω από χιλιοστό και προχωρώντας κάτω εις τα πόδια και πάλιν να! το στρίφωμα τού ράσου του, όπως και εις τα χέρια του ολοκάθαρο, και τα πέλματα του είχαν αποτυπωθεί στο χώμα. Δεν ήξευρα τι πρώτα να κάνω να χαρώ ή να τον κλάψω· πώς βρέθηκε εκεί θαμ­μένος ο τού Θεού άνθρωπος; Τι να είχε συμβεί; Τι, να είδαν τα μάτια του; Έλεγα, κάποιο δράμα θα συνέβη. Και προσπαθώντας να καθαρίσω τα οστά από τη λάσπη των δακτύλων του έθρυμματίζονταν, διότι ή βροχή είχε ποτίσει μέχρι κάτω το βάθος του τάφου του, γι' αυτό και τα έτοποθέτησα, όπως ήταν στην θυρίδα, πού ήταν πάνω από τον τάφο του.

- Μα τι να σας πω και για κείνη την βροχή; Λες και ο Ουρανός έριχνε ασημένια φυλλαράκια με τα όποια έραινε τον Άγιο και τον τάφον του.

Ήταν βράδυ, διάβαζα τον Εσπερινό, ήμουν μόνη ακόμα σ΄ αυτόν τον άγιο τόπον, πού μ' έφερε ό Κύριος να τον υπηρετήσω, και ξαφνικά ακούω βήματα, πού ξεκινούσαν από το βάθος του τάφου, προχώρησαν εις την αυλή και έφτασαν εις την πόρτα της Εκκλησίας. Τα βήματα του ήκούοντο δυνατά και σταθερά τόσον, ώστε ένιωσα μέσα μου ότι ήτο ή μόνη φορά πού φοβήθηκα, αι­σθάνθηκα το αίμα μου να μουδιάζει εις το κεφάλι μου και από το φόβο μου ούτε γύριζα πίσω να ιδώ, οπότε ακούω τη φωνή του να μου λέγει:

«Έως πότε θα με έχεις εκεί πέρα; Κι αυτός που μου έβαλε το κε­φάλι μου έτσι ....» Τότε γύρισα και τον είδα ήτο υψηλός εις το α­νάστημα, με μάτια μικρά στρογγυλά, με ελαφριές ρυτίδες στην ά­κρη, τα γένια του έφθαναν και εκάλυπταν τον λαιμό, και κάπως εδώ και εκεί με χάρι εδιχάζοντο πλαγίως και έμπροσθεν και ολί­γον σγουρά, χρώματος μαύρου, με όλη την μοναχική αμφίεση· στο αριστερό του χέρι υπήρχε φως υπέρλαμπρον και το δεξί του χέρι ευλογούσε.

- Ή ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση και χαρά ανεκλάλητο· πήρα θάρρος και δύναμι, ο φόβος εξαφανίστηκε, τον ένιωσα δικό μου και του είπα.

Συγχώρησέ με, και αύριο, μόλις ξημερώσει ο Θεός την ήμερα θα σε περιποιηθώ, και αμέσως έγινε άφαντος, και συνέχισα τον Εσπερινό μου εν ειρήνη. Το πρωί μετά την ακολουθία του Όρθρου επήρα τα άγια οστά και τα εκαθάρισα από τα χώματα, τα έπλυνα καθαρά, και τα απόθεσα στο Λερό σε μία παλιά θυρίδα, αφού ά­ναψα και ένα καντηλάκι.

Το βράδυ τής ιδίας ημέρας βλέπω στον ύπνο μου τον Όσιον άνθρωπον του Θεού μέσα εις την Εκκλησίαν όρθιον, αριστερά όμως και κοντά στον Άγιο, είδα όρθια και στο ανάστημα τού Αγίου, μια περίλαμπρη ωραιότατη εικόνα του Άγιου, πού την κρατούσε με το ένα του χέρι αγκαλιασμένη. Ήταν από παλαιό ασήμι σφυ­ρηλατημένη και με το χέρι εργασμένη, δίπλα του βρισκόταν ένα μανουάλι και εγώ τού έβαλα μία λαμπάδα αναμμένη από καθαρό κερί, και τότε άκουσα την φωνή του να μου λέγει:

«Σ' ευχαριστώ πολύ. Ονομάζομαι Εφραίμ».

Πέρασε αρκετός καιρός και είχα μέσα μου μία απορία για τούτο το περιστατικό. Μία μέρα. και μετά το τέλος του Εσπερινού, καθώς άπλωσα το χέρι μου για να κλείσω την πόρτα τής Εκ­κλησίας ακούω τρία χτυπήματα, σαν από κεχριμπαρένιο κομπολόι. Κατάλαβα ότι ήταν ο Άγιος, εμπήκα στο ιερό, διότι είχα εκεί τοποθετημένα τα Αγία του λείψανα, άναψα ένα κεράκι και προσκύνησα. "Αλλά τι να πω και τι να λαλήσω δια την ουράνιον εκείνην ευωδία πού ανέπεμπαν τα άγια του Λείψανα! Χείμαρρος πραγματικός επλημμύρισε όλο μου το είναι, αισθάνθηκα εντός μου τον Παράδεισον, μα και την ταπεινότητα μου σ' αυτό το με­γαλείο.

+Καθηγουμένη Μοναχή Μακαριά

Το 1950 η Μακαριστή Γερόντισσα πλαισιωθελίσα από τας πρώτας προσελθούσας Μοναχάς προέβη στην ανασύστασι τής παλαίφατης Μονής και μέσα από πολύχρονους στερήσεις, κόπους και αγώνας, «την ανέ­δειξε μεγάλο προσκυνηματικό κέντρο τής Παγκό­σμιας Ορθοδοξίας» χάρι στην δύναμη του Θαυματουργού "Αγί­ου μας Εφραίμ, όπως ομολογούν σύγχρονα μεγάλα πνευματικά αναστήματα.

Το «θαυμαστό Σέμνωμα» του Όρους των Άμωμων ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Εφραίμ ο Θαυματουργός, χάριτι Θεού και αόκνοις προσπάθειαις τής Μακαριστής Καθηγουμένης Μακαριάς κατέ­στη γνωστός απανταχού σχεδόν τής Γης και ως σύγχρονος κολυ­μπήθρα του Σιλωάμ παρέχει «πάσιν τοις αιτούσιν ιάματα».

Ή «Μητέρα Μακαρία», η «Μάννα των πονεμένων», όπως την απεκάλουν οι ίδιοι οι πιστοί, διότι έτσι την αισθάνονταν, σ' ό­λο τον επίγειο βίο της, παρά τα αλεπάλληλα εμφράγματα πού εί­χε υποστεί, τον σακχαρώδη διαβήτη, πού την εταλαιπώρει και το θραύσμα βλήματος πού έφερε στην κοιλιακή χώρα από τα χρόνια τής Κατοχής, περιχαρής διηκόνει πάντα πιστόν προσερχόμενο και εξαιτούντα την Αγία Προσευχή της. Σχεδόν νυχθημερόν προσηύχετο και ενουθέτει πνευματικά ορφανά, χήρας, διαζευγμένους, νέους και ασθενείς, επιστήμονας και βιοπαλαιστάς, μονα­χούς και μοναχάς. Πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι τής εζήτουν να ευλόγηση τις διατριβές τους, εκπαιδευτικοί το έργο τους και δι­καστικοί τις οικογένειες τους.

Ακάματη στην διακονία του Θείου Λόγου, αυστηρά αφοσιωμένη στην "Ορθόδοξη Λατρεία, ασκήτρια στην μοναχική της ζωή. «ετρέφετο με την λειτουργική ζωή. την μελέτη του Θείου Λόγου, την αδιάλειπτη προσευχή και την σιωπή».

Ολιγομίλητη με μία έκφραση «χαρμολύπης» διάχυτη στο γλυ­κό και τρυφερό, γεμάτο αγάπη και ταπείνωση βλέμμα της. προσπα­θούσε να απόκρυψη τις πλούσιες δωρεές με τις όποιες την είχε πε­ριβάλει ο Δωροθέτης Κύριος.

Η βαθύτατη πίστη της, η ευγένεια και το πράον του χαρακτήρος της, η διακριτικότητα, η ανεξικακία, η συγχωρητικότητα, η «χωρίς όρια φιλανθρωπία» της και ή απέραντη αγάπη της προς «πάντα άνθρωπον» σημάδεψαν καθοριστικά την Αγία της Μορφή.

Χωρίς οικονομικούς πόρους συνετήρει μέχρι το 1980 ορφα­νοτροφείο με 70 περίπου παιδιά σχολικής ηλικίας, στα όποια παρείχε στέγη, τροφή, ενδυμασία και παιδεία στοιχειώδους βαθμίδος, όσα δε επρόκοπτον στα γράμματα τα έφτασε μέχρι των Ανωτάτων "Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και σήμερον ομολο­γούν ότι «τα εχόρταινεν εκ του μηδενός». Δια να ανταπεξέλθη δε στις ανάγκες τους εξέθετε στον προαύλιο χώρο του Ζαππείου μεγάρου των Αθηνών εργόχειρα της αγάπης της. μη φειδομένη χρόνου, κόπου, μόχθου και αποστάσεων.

Αν και δεν είχε Πανεπιστημιακή μόρφωση, προέβη σε έκδοση Πατερικών κειμένων, «Λόγοι Ασκητικοί Βασιλείου του Μεγά­λου» και σε σύνταξη Παρακλητικού Κανόνος και ακολουθίας Χαιρετισμών προς τον Άγιον της Εφραίμ, τον όποιον υπερηγάπα. Τα θαύματα δε του οποίου κατέγραψε και εξέδωσε σταδιακά σε (10) δέκα τόμους δια να στηρίζει και να ενδυναμώνει τους πι­στούς. Επεδίδετο ακόμη και στην Αγιογραφία Ιερών Μορφών της Ορθοδοξίας μας.

Απαντούσε καθημερινά σε πλήθος τηλεφωνημάτων και επι­στολών πιστών που εδέχετο, ενώ προσηύχετο θερμά και εσταύρωνε υπομονετικά με τεμάχιο Ιερού Λειψάνου του Άγιου τους ευσε­βείς πού ζητούσαν την προσευχή της.

Ετέλεσε ατομικές και ομαδικές βαπτίσεις Βορειοηπειρωτών τους οποίους εφιλοξένησε επί διετία μετά των οικογενειών τους στον ξενώνα της Μονής.

Το μελίρρυτο στόμα της ακαταπαύστως μέχρι τελευταίας ανα­πνοής εδόξαζε τον Κύριο, την Παναγία Παρθένο και τον Άγιον της Εφραίμ στον όποιο ανέθετε «πάσαν την ζωήν ημών».

Δεν αξιώθηκε να ζήση την επίσημη αναγνώρισι του Μεγάλου Αγίου της, ενώ διαρκής πόθος της ήταν να πάρει ή ίδια με τα χέ­ρια της από το Πατριαρχείο την πολυπόθητη Πατριαρχική Πράξι της Αγιεπωνυμίας.

Ό Κύριος της Δόξης επέτρεψε σε βαθύτατο γήρας να σήκωση μεγάλο σταυρό. Τον σήκωσε με καρτερία και σιωπή. Αντιμετώπι­

Την προτεραία τής Αγίας Κοιμήσεως της έψαλε με χαρά με παρευρισκόμενο Ιερέα Αναστάσιμα Τροπάρια στο κρεβάτι του πόνου.

Η τελευτή της υπήρξεν απολύτως ήρεμη και οσιακή· άλλωστε την είχε προείπει προ δεκαετίας και πλέον.

Η Αγία Ψυχή της, ασφαλώς χειραγωγημένη από τον Άγιον της Μεγαλομάρτυρα Εφραίμ τον Θαυματουργόν, αφού μετέλαβε των Άχραντων Μυστηρίων, επέταξε στους Ουρανούς, όπου και άνηκε, στις 23-4-99, ήμερα Παρασκευή περί ώρα 2:20 μ.μ. εορτή του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Άρρητος δε ευωδιά περιέβαλε αμέσως το Σεπτόν της Σκήνωμα στο δωμάτιο του Νοσοκομείου, όπου ενοσηλεύετο, οι δε παριστάμενοι ιατροί, νοσοκόμοι και μέλη τής ακολουθίας τής δακρυρροούντες «εθαύμαζον» δια τα γενόμενα.

Τηλεόραση και Τύπος ανήγγειλαν την εκδημία τής Μακαρι­στής πια +Μοναχής Μακαριάς Καθηγουμένης Ιεράς Μονής Ευαγ­γελισμού και Αγίου Εφραίμ Όρους Άμωμων Αττικής.

Το Σεπτό της Λείψανο εξετέθη σε τριήμερο λαϊκό προσκύνημα εντός του Καθολικού τής Ιεράς Μονής τής οποίας υπήρξε Χάριτι Θεού Κτιτόρισσα και Καθηγουμένη επί ήμισυ αιώνα διά την οποίαν Μονήν ηνάλωσε εαυτόν μέχρι τελευταίας αναπνοής παραμείνασα πιστή στην διακονία του Σαρκωθέντος Λόγου, τής Σταυρωθείσης Αγάπης.

Χιλιάδες πιστοί την προσκύνησαν και περίπου πέντε χιλιάδες την συνόδεψαν στην τελευταία της κατοικία παρά την δυνατή βροχή πού έπεφτε συνεχώς. Κηδεύτηκε πανδήμως υπό πλήθους πι­στών μοναχών και ιερέων, παρουσία των τοπικών Άρχων, του Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος κ.κ. Κλεόπα, χοροστατούντος του Θε­οφιλέστατου Επισκόπου Διαυλείας κ.κ. Δαμασκηνού Καρπαθάκη, όστις μετά των λοιπών ομιλητών και εξήρε την «μεγάλη αυτή μορφή του σύγχρονου γυναικείου μοναχισμού», της «Ταπεινής και φιλαγάθου Καθηγουμένης» του Αγίου Εφραίμ.

Τέλος ευλαβικά εναπόθεσαν το πολυβασανισμένο Όσιο Σώμα της στον απόμερο τάφο πού είχε πρό ετών ή ίδια ετοιμάσει στον Άβατο προαύλιο χώρο της Ιεράς Μονής της «για να αφουγκράται τις ψαλμωδίες και να θεάται τα ένδοξα και εξαίσια πού ο Άγιος επιτελεί στους μετά πίστεως προσερχόμενους στην Μο­νή Του».

Ας είναι ή Ουράνια ζωή σου. Μητέρα Μακαρία, αγγελική, ό­πως και ή επίγεια βιοτή σου και ή 'Αγία Ευχή σου πού «χάρισε στην Οικουμενική "Ορθοδοξία τον Μεγαλομάρτυρα Άγιο Εφραίμ » πάντα να μας εύλογη, να μάς συγχωρεί και να μας αξιώσει της Επουρανίου Βασιλείας. "Αμήν.

Αιωνία Σου ή μνήμη. Πολυσέβαστη και Πεφιλημένη Μητέρα μας.

Εις τα πνευματικά μου τέκνα τάς Μοναχάς

Υπερήφανος Μοναχός δένδρον άριζον και ου μη φέρη προσβολήν

άνεμου. Και ωσάν ή

σαπουνόφουσκα μόλις ραγείσα

αφανίζεται· ούτω και ή μνήμη

του υπερήφανου μετά θάνατον

αφανίζεται. Και όπως ή προσευχή

του ταπεινού κάμπτη τον Θεόν,

τοιοτοτρόπως και ή προσευχή του

υπερήφανου παροργίζη τον Ύψιστον

αγαπητά μου τέκνα και

θυγατέρες μου εν Κυρίω.

Αγαπήσατε τας ύβρεις και

ατιμίας, τας ταπεινώσεις και

εξουδενώσεις και εξουδενώσεις

ίνα ο Κύριος σας συναριθμήση

εν τω χορώ των Μονα­ζόντων

και των Μαρτύρων αγαπήσατε τας ύβρεις· τας ατιμί­ας

μετά λογισμού ταπεινού και

να πιστεύσητε ότι ουδέν είστε

και όταν αυτό πιστεύσητε

εντός σας, τότε ο Κύριος θα

ελεήση τεκνίον μου την

καρδίαν σου και θα σωθήτε

παιδιά μου δια της

ευλογη­μένης ταπεινώσεως.

ή μητέρα σας Μακαριά Μοναχή

έγραφον εν τω κελλίω μου 12-8-64

1 σχόλιο:

  1. ΦΙΛΗ ΜΟΥ ΓΥΡΙΣΑ.ΚΑΛΩΣ ΣΕ ΒΡΗΚΑ ΠΑΛΙ.ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ.ΠΟΛΥ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΗ Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΟΥ.Ο ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ.ΕΧΩ ΠΑΕΙ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΣΤΗ Ν ΜΑΚΡΗ.ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή