Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

ΠΑΤΗΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ


Π. Ιάκωβος Τσαλίκης


Συνεχής η θαυματουργική παρουσία του π. Ιάκωβου Τσαλίκη στους πιστούς

Ο γέροντας γεννήθηκε σης 5 Νοεμβρίου 1920 από ευσεβείς γονείς. Την Θεοδώρα από το Λιβίσι της Μικράς Ασίας και τον Σταύρο από την Ρόδο. Η οικογένεια της μητέρας του ήταν γνωστοί στο Πατριαρχείο, ευεργέτες των σχολείων της Μάκρης και με σπουδαία εκκλησιαστική παράδοση. Στις αρχές του 1922 «Τούρκοι πιάσανε τον πατέρα του ο οποίος οδηγήθηκε στα βάθη της Ασίας. Μετά την καταστροφή η οικογένεια του ακολούθησε τον σκληρό δρόμο της προσφυγιάς. Το καράβι τους μετέφερε στην Ιτέα και από εκεί πήγαν στην Άμφισσα Εκεί για καλή τους τύχη το 1925 βρήκαν τον πατέρα του μικρού Ιακώβου και μαζί πλέον η οικογένεια μετακινήθηκε στο χωριό Φαράκλα της Εύβοιας. Ο μικρός Ιάκωβος ήταν επτά χρονών και είχε μάθει απέξω την θεία Λειτουργία χωρίς να γνωρίζει γράμματα. Το 1927 πήγε σχολείο και διακρίθηκε για τις επιδόσεις του. Η αγάπη του για την εκκλησία ήταν έκδηλη. Την ίδια χρονιά εμφανίσθηκε μπροστά του η Αγία Παρασκευή και του φανέρωσε το λαμπρό εκκλησιαστικό του μέλλον ενώ συχνά διάβαζε ευχές, προσευχόταν και θεράπευε συγχωριανούς του. Το 1933 τελείωσε το δημοτικό αλλά οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας του δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει στο γυμνάσιο. Ακολούθησε τον πατέρα του στην δουλειά του. Ο μητροπολίτης Χαλκίδος εντυπωσιασμένος από το ψάλσιμο του τον χειροθέτησε αναγνώστη. Από το 1938 και μετά η ζωή του ήταν καθαρά ασκητική. Έτρωγε λίγο, κοιμόταν ελάχιστα, προσευχόταν συνεχώς και δούλευε σκληρά. Τα βάσανα και οι κακουχίες της κατοχής ταλαιπώρησαν τους άτυχους πρόσφυγες. Τον Ιούλιο του 1942 πέθανε η μητέρα του προλέγοντας του ότι θα γίνει ιερέας. Το 1947 ο Ιάκωβος πήγε στρατιώτης. Τα πειράγματα των συναδέλφων του που του είχαν βγάλει το παρατσούκλι ο «πάτερ Ιάκωβος» αλλά και ο χλευασμός τους δεν τον πτοούσαν. Ο διοικητής του τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και ήταν από τους λίγους που κατάλαβε το λαμπρό μέλλον που θα είχε το νεαρό προσφυγόπουλο. Μετά την απόλυση του από το στρατό (1949) ο Ιάκωβος σε ηλικία 29 χρονών χάνει και τον πατέρα του. Ο αγώνας του τώρα για να αποκαταστήσει την αδελφή γίνεται εντονότερος, χωρίς όμως να παραμελεί αυτό το οποίο ποθεί από τα παιδικά του χρόνια. Να γίνει μοναχός.

Η ΝΕΑ ΤΟΥ ΖΩΗ ΣΑΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ

Έχοντας εκπληρώσει την επιθυμία της μητέρας του, να παντρέψει την αδελφή του το Νοέμβριο του 1952 προσέρχεται στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ στις Ροβιές, για να εκπληρώσει και την δική του επιθυμία Σε ηλικία 32 ετών πλέον ο Ιάκωβος γίνεται δόκιμος μοναχός και στις 19 Δεκεμβρίου 1952 στην Χαλκίδα ο Μητροπολίτης Γρηγόριος τον χειροτόνησε ιερέα. Έτσι συνέχισε η ζωή του ασκητή Ιάκωβου, εργασία στο μοναστήρι, προσευχή στο ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ, οι θεοπτίες και θαύματα τα οποία με τον καιρό πλήθαιναν. Ο βαθμός άσκησης του ήλθε σε υψηλά πνευματικά επίπεδα και πολλές φορές οι δαίμονες τον έδειραν βάναυσα Ο ίδιος έβλεπε και συνομιλούσε συχνά με τους οσίους Δαβίδ και Ιωάννη Ρώσο, ενώ το προορατικό του χάρισμα ήταν σπουδαίο. Τον Αύγουστο του 1963 με θαυμαστό τρόπο τάισε με δυόμισι οκάδες μανέστρα, 75 εργάτες με πλουσιοπάροχες μερίδες και περίσσεψε και μισή κατσαρόλα.! Στις 25 Ιουνίου 1975 ο γέροντας Ιάκωβος ανέλαβε το πηδάλιο της μονής της μετανοίας του. Από την λιτοδίαιτη και ασκητική ζωή η υγεία Του άρχισε να κλονίζεται. Οι φλέβες του ποδιών του ήταν σάπιες, έκανε εγχείριση Βουβωνοκήλης, σκωληκοειδίτιδας, προστάτη, καρδιάς και σύμφωνα με τις μαρτυρίες του καθηγητή Κρεμαστινού που του έβαλε τον βηματοδότη «..η θεία δύναμη κρατούσε τον παππού..». Από το 1990 και μετά ο γέροντας δεν είχε πλέον δυνάμεις και οι κρίσεις στην υγεία του αυξήθηκαν. Τον Σεπτέμβριο του 1991 μετά από μικρο-εμφράγματα νοσηλεύθηκε στο Γενικό Κρατικό. Επιστρέφοντας στην μονή έπαθε φλεγμονή η οποία εξελίχτηκε σε πνευμονία Ο ίδιος είχε διαισθανθεί το τέλος του. Το πρωί της 21ης Νοεμβρίου 1991 πήγε στην ακολουθία, έψαλε και κοινώνησε. Μετά εξομολόγησε μερικούς πιστούς και έκανε τον γύρο της μονής εσωτερικά και εξωτερικά. Το μεσημέρι εξομολόγησε μία πνευματική του κόρη, ενώ τον υποτακτικό του Ιλαρίωνα, τον οποίον εκείνη την μέρα θα χειροτονούσε σε ιεροδιάκονο ο μητροπολίτης Χαλκίδος. Μόλις ήλθαν οι πατέρες ο γέροντας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ζαλίστηκε. Η αναπνοή του βάρυνε, ο σφυγμός του εξασθένησε και από τα χείλη του βγήκε ένα μικρό φύσημα Ο γέροντας είχε πάρει πλέον τον δρόμο για την μακαρία ζωή. Οι λαϊκοί που ειδοποιήθηκαν γη την κηδεία του ήταν ελάχιστοι. Τα τηλέφωνα πήραν φωτιά ο ένας στον άλλο μετέδιδαν το θλιβερό γεγονός. Την επόμενη μέρα χιλιάδες κόσμου κατέκλυσαν το μοναστήρι, κληρικοί όλων των βαθμίδων, πνευματικοπαίδια του γέροντα από όλη την Ελλάδα, ήλθαν να δώσουν τον τελευταίο ασπασμό. Η αυλή της μονής ήταν κατάμεστη. Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη στο ύπαιθρο και μετά από τους επικήδειους λόγους, ο πρώην Κεφαλληνίας Προκόπιος είπε να υψώσουν το φέρετρο ψηλά να δουν α πιστοί τον Όσιο γέροντα. Μόλις εφάνη το ιερό λείψανο με μία φωνή οι χιλιάδες των πιστών κραύγασαν « Άγιος, Άγιος». Σήμερα 10 χρόνια ακριβώς μετά από εκείνη την ημέρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, έχει γίνει πλέον πεποίθηση σε όλη την Ελλάδα ότι ο γέροντας Ιάκωβος με τα δεκάδες μετά θάνατον του θαύματα, έχει καταταγεί στην χορεία των Αγίων. Μένει να το αντιληφθούν και οι εκκλησιαστικοί μας ταγοί και να του δώσουν και αυτοί την θέση που του αρμόζει και επίσημα στην ιεραρχία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εμείς αιτούμεθα από τον γέροντα Όσιο Ιάκωβο να μας προστατεύει και να πρεσβεύει υπέρ ημών στον Κύριο και Θεό μας.

Το δεύτερο μέρος άρθρου του Αρχιμανδρίτη π. Κυρίλλου,
Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Οσίου Δαυίδ Ευβοίας
στο περιοδικό «ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ», αφιερωμένο στον Γέροντα Ιάκωβο
………………………………………………………………………………………………
Αρχική επιθυμία του π. Ιακώβου ήταν να πάει στους Αγίους Τόπους κι εκεί να ζήσει στην Έρημο ως Ασκητής. Θεώρησε όμως καλό πριν ξεκινήσει για τους Αγίους Τόπους να επισκεφθεί το μοναστήρι του Όσιου Δαυίδ, για να ζητήσει τη βοήθεια και τη μεσιτεία του οσίου. Ή ολοζώντανη όμως εμφάνιση ενώπιον του με την άφιξη του εκεί του ίδιου του οσίου Δαυίδ πού τον υποδέχθηκε και η ουράνια και παραδείσια πολιτεία των ασκητών πού είδε μπροστά του σε δράμα, αντί του παλαιού και ερειπωμένου Μοναστηριού πού υπήρχε στην πραγματικότητα, τον έκαναν να υποσχεθεί στον Άγιο, ότι θα παραμείνει στη Μονή, όπως και παρέμεινε. Την εποχή εκείνη ζούσαν στη Μονή τρία γεροντάκια με το ιδιόρρυθμο σύστημα. Ηγούμενος ήταν ο μακαριστός αρχιμανδρίτης Νικόδημος Θωμάς, άνθρωπος ενάρετος, ηθικός και πολύ ελεήμων, εργασθείς με πολύ ζήλο για την αναστήλωση της Μονής.

Ή μοναχική ζωή του Γέροντα Ιακώβου

Ό πατήρ Ιάκωβος ξεκινώντας τη μοναχική ζωή έβαλε αρχή απαράβατη την υπακοή και δεν έκανε τίποτα χωρίς ευλογία του ηγουμένου, την οποία για να λάβει απαιτείτο πολλές φορές να κάνει κοπιαστικές πορείες τεσσάρων και πέντε ωρών, αφού ο Γέροντας του ασκώντας και εφημεριακά καθήκοντα ευρίσκετο συχνά στην κωμόπολη της Λίμνης. Ή αγόγγυστη υπακοή αυτή του π. Ιακώβου και ο πύρινος ζήλος με τον όποιο εργαζόταν στην πνευματική και σωματική εργασία μέσα στη Μονή εκίνησαν το φθόνο του μισόκαλου διαβόλου, ο όποιος αρχικά ξεσήκωσε τους παλαιούς ιδιόρρυθμους πατέρες εναντίον του. Θλίψεις, πικρίες και δοκιμασίες πολλές επέτρεψε ο Θεός και τον βρήκαν εξ αίτιας της συμπεριφοράς των πατέρων αυτών. Όμως δεν κάμφθηκε, συνέχισε τον αγώνα του.

Δοκιμασίες και πειρασμοί

Από την άλλη είχε να αντιμετωπίσει τη δοκιμασία της απίστευτης φτώχειας της Μονής, εκείνης της εποχής και του ερειπωμένου παγωμένου κελιού του με τα χαλασμένα παντζούρια πού από τις χαραμάδες τους στους βαρείς χειμώνες ό αέρας περνούσε το χιόνι μέσα, και με τα τρύπια πατώματα, πού από κάτω τους βάζανε τα γίδια της Μονής. Ακόμη ή στέρηση απολύτως αναγκαίων αγαθών και των χειμερινών ακόμη ρούχων και παπουτσιών τον έκαναν με τις βροχές, τους πάγους και το πολύ χιόνι να τρέμει σύγκορμος και να αρρωσταίνει συχνά. Όλες αυτές οι ταλαιπωρίες στιγμάτιζαν το σώμα του, καμμιά όμως δεν βρήκε την ψυχή του, καμμιά δεν πείραξε το πνεύμα του. Άλλα κι ο σατανάς δεν έπαυε να τον πολεμά βάζοντας όλη την τέχνη του και χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματα του. Δεν αρκούνταν στον πνευματικό, τον αόρατο πόλεμο όπου τσακιζόταν πάνω στην υπακοή, την προσευχή, την πραότητα και την ταπείνωση του Γέροντα, αλλά τον πολέμησε και αισθητά, ορατά. Δεκαοκτώ κάποια φορά με διάφορες μορφές σαν άνθρωποι, σαν πίθηκοι κ.ά., όρμησαν επάνω του την ώρα πού εργαζόταν: από τα χτυπήματα τους και τα βασανηστήρια τους τον άφησαν μισοπεθαμένο όταν μπόρεσε πια και απελευθέρωση χέρι του κι έκανε το Σταυρό του. Το ίδιο επανέλαβαν κι άλλη φορά λιγότεροι στον αριθμό δαίμονες. Άλλοτε πάλι οι δαίμονες για να τρομοκρατήσουν εμφανίσθηκαν μορφή χιλιάδων, αναρίθμητων σκορπιών μέσα στη σπηλιά στο Ασκητή του οσίου Δαυΐδ, όπου ο Γέροντας μιμούμενος τον όσιο Δαυΐδ πήγα συχνά τις νύχτες να προσευχηθεί, βοηθούμενος στη νυχτερινή μετάβαση εκεί από ένα φωτεινό αστέρι πού φώτιζε το μονοπάτι, πού δεν ήταν τίποτα άλλο παρά Άγγελος Κυρίου σταλμένος για τη διακονία αυτή, ως απάντηση του Θεού στο σχετικό αίτημα της προσευχής του. Ό π. Ιάκωβος δεν πτοήθηκε. Μόλις αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για δαιμονίκη ενέργεια, έθεσε όριο στους σκορπιούς κι αυτοί δεμένοι από την εντολή του δεν πέρασαν τον κύκλο πού χάραξε γύρω του ο Γέροντας. Σημάδι αυτό ο Θεός είχε δώσει στον πιστό του δούλο την εξουσία να χρησιμοποιεί κάτι τη θεία δύναμη Του, από τις θείες ενέργειές Του. Ό πατήρ Ιάκωβος σε όλες αυτές τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς ό και σε πολλούς άλλους αντέταξε ακλόνητη πίστη του στο Θεό και θεία αγάπη του προς τον όσιο Δαυίδ την πραγματικά ιώβειο υπομονή και την άκαμπτη καρτερία και πραότητά του, την απόλυτη υπακοή και ταπείνωσή του, την αδιάλειπτη προσευχή και την άπειρη αγάπη του προς όλους.
Το Γραφικό: «Ή Βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» εφαρμόσθηκε πλήρως από τον Γέροντα. Ή βία πού ασκούσε στον εαυτό του στο καθετί ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. Δεν συγκατάβαινε εύκολα στον εαυτό του. Άλλα και η ευθύτητα του ήταν μοναδική, ήταν άνθρωπος του «ναι, ναι» και του «ου, ου», και η νηστεία του επίσης υπεράνθρωπη.

Ή ιερατική ζωή του

Ό Θεός αξίωσε τον π. Ιάκωβο και του μεγάλου χαρίσματος της ιεροσύνης. Ό ίδιος ο μακαριστός Γέροντας έλεγε χαρακτηριστικά:«Εγώ ποτέ στη ζωή μου δεν επεθύμησα θέσεις και αξιώματα, ούτε και φαντάστηκα κατά διάνοιαν ότι ήταν δυνατόν να αξιωθώ τέτοιας τιμής. Δέχτηκα μόνον από υπακοή προς το Γέροντά μου και από σεβασμό προς τον άγιο εκείνον επίσκοπο Χαλκίδος, το μακαριστό Γρηγόριο». Ή χειροτονία του σε διάκονο έγινε τις 18 Δεκεμβρίου του 1952 στο εκκλησάκι της Άγιας Βαρβάρας στη Χαλκίδα και σε ιερέα την επομένη 19 ,Δεκεμβρίου στο παρεκκλήσι του Έπισκοπείου. Ό μητροπολίτης είπε στον π. Ιάκωβο μετά τη χειροτονία του ένα λόγο προφητικό: «Και συ παιδί μου, θ΄ αγιάσεις. Να συνεχίσεις με τη δύναμη του Θεού και θα σε ανακηρύξει η Εκκλησία».

Πνευματικά γεγονότα της ζωής του

Ό π. Ιάκωβος μέσα στο ναό κατά τη διάρκεια της θείας Λατρείας ζούσε ως ιερεύς πολλά πνευματικά γεγονότα. Γινόταν επίγειος άγγελος «συλλειτουργών», όπως ο ίδιος έλεγε σε ορισμένα πρόσωπα, με Χερουβείμ και Σεραφείμ και με Άγιους. Στην αγία προσκομιδή είδε και άγγιξε το ίδιο το πανάγιο Αίμα του Κυρίου, την ώρα πού ετοιμαζόταν να καλύψει τα Τίμια Δώρα. Εκεί, άλλοτε, είδε Αγγέλους Κυρίου να παραλαμβάνουν τις μερίδες των μνημονευομένων και να πηγαίνουν να τις εναποθέτουν σαν προσευχές στο θρόνο του Δεσπότου Χριστού. Άλλοτε είδε «πνευματικώ τω τρόπω», όπως ο ίδιος έλεγε, κεκοιμημένους να του εμφανίζονται κατά κάποιο τρόπο με τη χούφτα ανοιχτή και να του ζητούν να βγάλει μερίδα υπέρ αυτών, υπέρ αναπαύσεως των ψυχών τους, κι όταν το έκανε τους έβλεπε να πηγαίνουν στον τόπο τους αναπαυμένοι. Ένα φωτοειδή αστέρα είδε άλλοτε να στέκεται επάνω από το κεφάλι ευλαβούς Ιερέως πού είχε επισκεφθεί τη Μονή και λειτουργούσε, την ώρα πού έθετε τον αστερίσκο επάνω του Αμνού κατά την κάλυψη των Τιμίων Δώρων. Πνευματικά γεγονότα τέτοια ανάλογα υπάρχουν πολλά, όλα αυτά, μεγάλες δωρεές του Θεού προς τον εκλεκτό του δούλο Ιάκωβο. Ως πνευματικός πατέρας διέπρεψε. Κανένας δεν έφευγε από το πετραχήλι του χωρίς να είναι αναπαυμένος και ευχαριστημένος. Με την πολλή του αγάπη θυσιαζόταν για όλους και παρόλο πού, ιδίως τα τελευταία χρόνια, υπέφερε από πολλές αρρώστιες σε κανέναν δεν είπε: «δεν μπορώ να σε δω, να ακούσω το πρόβλημα σου». «Ό κόσμος», έλεγε στη συνοδία του, «ούτε να φάει ζητάει, ούτε να πιει, ζητάει την αγάπη μας. Αν μπορούμε αυτό να το κάνουμε θα επιτύχουμε στη ζωή μας ως μοναχοί».Από το 1975, οπότε με θεοφώτιστη απόφαση του σεβασμιωτάτου μητροπολίτου Χαλκίδος κ. Χρυσοστόμου ανέλαβε την ηγουμενία και «ο λύχνος ετέθη επί την λυχνίαν», αποκαλύφθηκαν εξ ανάγκης τα πολλά του χαρίσματα πού αγωνιζόταν επιμελώς να κρύβει. Ή φήμη της Μονής για τα θαύματα του οσίου Δαυΐδ, τον αγιασμένο ηγούμενο της π. Ιάκωβο, τον ανύστακτο κόπο και την αβραμιαία φιλοξενία των πατέρων της διαδόθηκε σιγά-σιγά παντού και πλήθη πιστών από την Ελλάδα και το εξωτερικό κατέφθαναν στη Μονή, η οποία έτσι αναδείχθηκε, όπως γράφτηκε, «κυψέλη πνευματικής ζωής και φάρος Όρθοδοξίας, πανελλήνιο προσκύνημα, πανορθόδοξη αναφορά του αιώνα μας».Από τα πενήντα πέντε χρόνια του και μετά παρεχώρησε ο θεός κι ο πατήρ Ιάκωβος πέρασε εκτός των άλλων δοκιμασιών και πολλές και επώδυνες ασθένειες. Έλεγε χαρακτηριστικά ο μακαριστός Γέροντας «πήρε ο εωσφόρος την άδεια να πειράξει το σώμα μου». Αυτό είπε αποκαλυπτικά και το δαιμόνιο μέσω μιας δαιμονισμένης φανερώνοντας και τις παθήσεις πού είχε ο Γέροντας, τις όποιες μόνο ο ίδιος ήξερε. Κι ο Γέροντας συνέχιζε λέγοντας: «Έμενα πού ποτέ άνθρωπος δεν με είδε γυμνό, εκτός από τη μητέρα μου όταν ήμουν παιδάκι, παραχώρησε ο θεός να με δουν οι γιατροί και οι νοσοκόμοι και να με χειρουργήσουν επανειλημμένως. Έγινα θέατρο αγγέλοις και ανθρώποις».Δεν ήταν λίγες οι φορές βέβαια πού οι Άγιοι, όπως ο όσιος Δαυίδ, ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος, οι άγιοι Ανάργυροι, ή αγία Παρασκευή, επενέβησαν μετά από παρακλήσεις του και τον βοήθησαν στις ασθένειες του χαρίζοντας του την ίαση και την υγεία. Ή τελευταία δοκιμασία με την υγεία του πού τελικά οδήγησε το Γέροντα στην άλλη ζωή ήταν ή πάθηση της καρδιάς του, ή οποία προέκυψε εξ αίτιας κάποιου πειρασμού πού πέρασε.

Τα πνευματικά χαρίσματα του Γέροντα

Ο μακαριστός Γέροντας Ιάκωβος έζησε οσίως σαράντα περίπου χρόνια στη Μονή του Όσιου Δαυΐδ, έχοντας προηγουμένως ζήσει «ευαγγελικώς» στον κόσμο τριάντα δύο χρόνια. Δούλεψε στον Κύριο τηρώντας από τη νεότητα έως το γήρας την προθυμία της ασκήσεως. Μιμήθηκε τον όσιο Δαυΐδ, και βάδισε στα ίχνη του. Οι ασκητικοί του αγώνες ήταν εφάμιλλοι των παλαιών οσίων πού αναφέρονται στα Γεροντικά, αλλά και οι εναντίον του επιθέσεις, πνευματικές και αισθητές, του Σατανά, οι ποικίλοι πειρασμοί, δοκιμασίες και κακοπάθειές του ήταν ανάλογες με αυτές πού αντιμετώπισαν πολλοί θεοφόροι Πατέρες. Όσο όμως μεγάλωναν οι δοκιμασίες, οι ασθένειες και τα βάσανα του, τόσο ο θεός τον χαρίτωνε με σπάνια πνευματικά χαρίσματα, όπως της διοράσεως και προοράσεως, της διακρίσεως και της παραμυθίας, και τόσο περισσότερες ήταν οι θεοπτείες πού είχε και οι θεοσημείες πού επιτελούσε με την προσευχή του, αλλά και τόσο μεγαλύτερη γινόταν η ακτινοβολία του. Στη Μονή προσέρχονταν για να τον δουν εκατοντάδες απλοί άνθρωποι του λαού, αλλά και πατριάρχες και αρχιερείς, κληρικοί κάθε βαθμού και μοναχοί, άρχοντες και ανώτατοι δικαστές, καθηγητές Πανεπιστημίου και επιστήμονες. Όλοι φεύγοντας από τη Μονή κι έχοντας δει το Γέροντα Ιάκωβο αισθάνονταν ότι έφευγαν από ένα είδος Παραδείσου. Ό καθένας εύρισκε κοντά στο Γέροντα τη βοήθεια πού χρειαζόταν. Οι πονεμένοι εύρισκαν με τους παραμυθητικούς του λόγους την παρηγοριά και την ανακούφιση, οι δαιμονισμένοι εύρισκαν με τις ευχές του την απελευθέρωση από τα δαιμόνια και τη θεραπεία τους, οι ασθενείς εύρισκαν με την παρρησία της προσευχής του την ίαση και την υγεία, οι ταλαιπωρημένοι από τα διάφορα βιοτικά προβλήματα τους εύρισκαν με την ευλογία του την αναψυχή, την ψυχική τους Ισορροπία, την ενδυνάμωση, τη λύση των προβλημάτων τους. Οι φτωχοί εύρισκαν με τη συνεχή και αγόγγυστη ελεημοσύνη του τη λύτρωση από τη θλίψη της φτώχειας και την απελευθέρωση από τα βάρη των χρεών τους. Πολλά άτεκνα ζευγάρια μετά την προσευχή, τις ευχές και την ευλογία του αποκτούσαν τέκνα χαριτωμένα. 'Αλλά και για όσους είχαν τα κατάλληλα μάτια να δουν, ή παρουσία και μόνο του Γέροντα, ή θεωρία του, αποτελούσε ευλογία θεού, φανέρωση των θείων ενεργειών, παρουσία του θεού στη γη. Ιδού τι αναφέρει σχετικώς στην από 14.2.1994 επιστολή του προς την Ιερά Μονή του Όσιου Δαυΐδ ο οικουμενικός πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος: «...Δια τον μακαριστόν Γέροντα με την φωτεινήν μορφήν ισχύει εκείνο το οποίον έγραφεν ο ιερός Χρυσόστομος δια τον άγιον Μελέτιον Αντιοχείας: "Ου γαρ διδάσκων μόνον, ουδέ φθεγγόμενος, αλλά και δρώμενος απλώς, ικανός ή άπασαν αρετής διδασκαλίαν εις την των ορώντων ψυχήν εισαγαγείν".

Ή οσιακή κοίμηση του

Αντάξια της θαυμαστής ζωής του ήταν και η οσιακή κοίμηση του Γέροντα, την οποία προγνώριζε, γι' αυτό και παρακάλεσε αγιορείτη ιεροδιάκονο πού εξομολόγησε το πρωί της 21ης Νοεμβρίου 1991, εκείνης της τελευταίας ημέρας της επιγείου ζωής του να μείνει στο Μοναστήρι ως το απόγευμα για να τον «ντύσει».Και πράγματι στις 4.17 το απόγευμα σαν πουλάκι παρέδωσε το πνεύμα. Ό μακαριστός Γέροντας άφησε το φθαρτό αυτό κόσμο του πόνου κι έφυγε για την αιώνια ανάπαυση, στο Θεό.
Το λείψανο του ήταν λαμπερό, εύκαμπτο, ζεστό, οσιακό και η ιαχή πού έβγαινε από τα χείλη χιλιάδων ανθρώπων «άγιος άγιος... είσαι άγιος» αποτελούσε μία ομόφωνη μαρτυρία της συνείδησης των πιστών για το μακαριστό πλέον Γέροντα Ίάκωβο. Αλλ ο άγιος Γέροντας συνεχίζει και μετά την οσιακή κοίμηση του, όπως το ομολογούν εκατοντάδες πιστοί να τους ευεργετεί με την παρρησία πού έχει στο Θεό. Στη Μονή του Όσιου Δαυΐδ υπάρχουν τουλάχιστον τριακόσιες μαρτυρίες πιστών, πού ο Γέροντας Ιάκωβος τους βοήθησε. Οι μαρτυρίες αυτές, πού περιέχονται σε επιστολές των ίδιων των ευεργετηθέντων ή κατεγράφθηκαν μετά από προφορικές διηγήσεις τους, έχουν σχέση με θεραπείες, ευεργετικές επεμβάσεις, ή μεταθανάτιες εμφανίσεις του Γέροντα.

Ή παρρησία του π. Ιακώβου στο Θεό-Σύγχρονες μαρτυρίες

1.Ό ιερεύς π. Ιωάννης Βερνέζος, εφημέριος του Προσκυνηματικού Ιερού Ναού του Άγιου Ιωάννου του Ρώσου στο Προκόπι της Ευβοίας ανέφερε τα εξής: «Είχα ένα ογκίδιο στο δεξί μου χέρι. Έκτος των κινδύνων πού έκρυβε, ήταν και αντιαισθητικό. Γι' αυτό, όταν οι χριστιανοί μου φιλούσαν το χέρι, το κάλυπτα με το ράσο μου. Την ημέρα της κηδείας του Γέροντος Ιακώβου (22.11.1991) παρεκάλεσα το Γέροντα για το θέμα αυτό. Και καθώς ασπαζόμουν το ιερό σκήνωμα του, ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο λείψανο του. Από εκείνη τη στιγμή το ογκίδιο άρχισε να υποχωρεί, ώσπου εξαφανίστηκε. Μεγάλη ή χάρη του οσίου Γέροντα. "Ας έχουμε την ευχή του!».
2. Ή κ. Ανδρομάχη Πασχάλη, κάτοικος Λίμνης Ευβοίας, σε επιστολή πού έστειλε στη Μονή γράφει τα έξης:«Στις 18 Νοεμβρίου 1993 παρουσιάστηκε στην άκρη της γλώσσας μου ένα μικρό κεράτινο ογκίδιο. Περνώντας οι μέρες αυτό μεγάλωσε, κρεμόταν μπροστά στη γλώσσα μου και με ενοχλούσε στην ομιλία, την ώρα πού έτρωγα και όταν έπινα νερό. Πέρασαν δυο μήνες από την ημέρα πού το πρωτοείδα, το ογκίδιο εξακολουθούσε να υπάρχει και ή ψυχολογική μου κατάσταση ήταν πολύ άσχημη. Μέσα στη μεγάλη ψυχολογική ένταση πού βρισκόμουν, κι ενώ σκεπτόμουν ότι από Δευτέρα έπρεπε να πάω στην Αθήνα για γιατρό, άρχισα να λέω το πρόβλημα μου στον παππού Ίάκωβο κοιτάζοντας μία μικρή φωτογραφία του πού είχα απέναντι στο τραπέζι μου. Τον παρακάλεσα να με βοηθήσει, να μην αρχίσω τις ατέλειωτες εξετάσεις στους γιατρούς πού χρειάζονται για τέτοιου είδους περιστατικά και κατά τις δυο τα μεσάνυκτα ανέβηκα για ύπνο στο δωμάτιο μου. Το πρωί πού σηκώθηκα, την ώρα πού έπινα καφέ, διαπίστωσα ότι δεν με ενοχλούσε τίποτα στη γλώσσα μου. Όλο αγωνία πήγα στον καθρέφτη και είδα ότι το ογκίδιο πού είχα εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ούτε σημάδι. Έτσι απλά παρακάλεσα τον άγιο Ιάκωβο να με βοηθήσει, κι αυτός έτσι απλά με βοήθησε.»
3. Ό πανιερώτατος μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος σε μία από τις επισκέψεις του στη Μονή, ως αρχιμανδρίτης τότε, ανέφερε μεταξύ άλλων θαυμάτων πού επιτελεί ο άγιος Γέροντας Ιάκωβος σε Κυπρίους αδελφούς μας, τους οποίους αγαπούσε πολύ, και το εξής θαυμαστό:«Είχα φέρει στην Κύπρο λάδι από το καντήλι του τάφου του Γέροντα. Το 1993 με πήρε στο τηλέφωνο ο εφημέριος του Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Λάρνακος, ο π. Παναγιώτης Ζάρος, και μου είπε: «Πάτερ Νεόφυτε, δεν είμαι καλά. Έχω ένα χρόνιο πρόβλημα υγείας, αλλά δεν το λέω. Έχω ραγάδες στο έντερο και έχω μεγάλη αιμορραγία. Και αυτές τις ημέρες έχω έντονους πόνους και μεγάλη ροή αίματος, και σε παρακαλώ κάνε μια παράκληση στον άγιο Γεώργιο, πού ζεις στο μοναστήρι του, και στον πατέρα Ιάκωβο να μου δίνουν υπομονή, γιατί όταν πονώ υποφέρω πολύ και φωνάζω και στενοχωρούνται και ή παπαδιά και τα παιδιά μου».Λυπήθηκα πολύ και του είπα ότι θα κάμω παράκληση και θα του πήγαινα λαδάκι από το καντήλι του πατρός Ιακώβου, για να σταυρωθεί. Αυτά είπα και έκλεισα το τηλέφωνο. Μετά από δέκα πέντε λεπτά ο π. Παναγιώτης ήρθε στο μοναστήρι και μου είπε: «Ήρθα να πάρω το λαδάκι του Γέροντα μόνος μου, γιατί πιστεύω πολύ σε αυτόν τον άνθρωπο, ότι ο Θεός τον χαρίτωσε και θα με βοηθήσει». Του έδωσα λάδι και σταυρώθηκε στο μέτωπο και έφυγε. Το βράδυ με πήρε στο τηλέφωνο και μου είπε χαίροντας και κλαίοντας ότι ή ροή του αίματος σταμάτησε. Από τότε έγινε τελείως καλά. Ό π. Παναγιώτης υπέφερε από αυτό από τα εφηβικά του χρόνια και τώρα ήταν περίπου 40 ετών. Όταν έγινε καλά υποσχέθηκε να τελεί θεία Λειτουργία και μνημόσυνο στο Γέροντα Ιάκωβο κάθε χρόνο σαν αυτή την ήμερα της θεραπείας του. Όταν όμως πέρασε ένας χρόνος από το θαύμα αυτό ο π. Παναγιώτης ξέχασε την υπόσχεση του. Τη θυμήθηκε όταν εκείνη την ημέρα (στο χρόνο επάνω) του παρουσιάσθηκε ελάχιστο αίμα. Εκπλήρωσε την υπόσχεση του και η ροή του αίματος σταμάτησε. Από τότε το θυμάται κάθε χρόνο και επιτελεί θεία Λειτουργία και μνημονεύει το Γέροντα ανάμεσα στους Άγιους.
4. Ό κ. Γιώργος Ίωαννίδης, γιατρός παθολόγος από το Βόλο, (προσωπικός τότε γιατρός του τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος και τώρα Αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου) ανέφερε μεταξύ άλλων και τα έξης:«Φεύγοντας από τη Μονή του Όσιου Δαυΐδ, οπού είχα έλθει με την οικογένεια μου για προσκύνημα το Σεπτέμβριο του 1997, κι ενώ βρισκόμουν στην πύλη της αισθάνθηκα μέσα μου μια δυνατή επιθυμία να πάω να ξαναπροσκυνήσω τον τάφο του Γέροντα Ιακώβου. Αισθανόμουν όπως αισθάνεται κάποιος πού ξέχασε πίσω του κάτι πολύτιμο και θέλει να γυρίσει να το πάρει. Πραγματικά γύρισα με το γιο μου και στο ένα μέτρο πριν από τον τάφο του Γέροντα βλέπω κάτω στη γη ένα κομποσχοίνι. Παίρνω το κομποσχοίνι στο χέρι μου, το υψώνω και το κρατώ επιδεικτικά, ώστε αν κάποιος από τους γύρω προσκυνητές το έχασε, να το δει και να 'ρθει να το πάρει. Εκείνη όμως ακριβώς τη στιγμή ακούω φωνή πίσω μου πού μου έλεγε: «Τι ψάχνεις; Για σένα είναι το κομποσχοίνι». Γυρίζω και σε απόσταση ενός μέτρου βλέπω ολοζώντανο το Γέροντα Ιάκωβο να μου χαμογελά. Τον είδα ολοκάθαρα. Διέκρινα την υγρασία των ματιών του, τις φλεβίτσες στο πρόσωπο του, τη γενειάδα του, όπως την είχε. Ένοιωσα κάτι το ξεχωριστό, συγκλονίστηκα. Ή κυριολεκτικά αυτή ζωντανή παρουσία του Γέροντα Ιακώβου μπροστά μου ήταν καθοριστική κι έβαλε μέσα μου τη σφραγίδα περί της βεβαιότητας της θείας παρουσίας».
5. Τις ημέρες πού γραφόταν αυτό το κείμενο και συγκεκριμένα στις 10 Όκτωβρίου 2001 ήρθε στη Μονή ο κ. Γιαννούλης, ναυτικός, από την Άνδρο και βουρκωμένος χωρίς καν να μπορεί να μιλήσει καλά-καλά από τη συγκίνηση και τα κλάματα ανέφερε τα έξης:«Ταξίδευα προ καιρού και ευρισκόμουν στην Ινδία. Κάποια μέρα αντιμετώπισα σοβαρό πρόβλημα με την καρδιά μου. Στο Νοσοκομείο εκεί πού με πήγαν οι γιατροί είπαν στους συναδέλφους μου ότι τελειώνω. Εγώ, παρ' όλο πού ήμουν σε κωματώδη κατάσταση, ένιωθα ότι κάποια αόρατη θεία δύναμη με βοηθάει. Όταν αργότερα άνοιξα κάποια στιγμή τα μάτια μου τον πρώτο πού είδα μπροστά μου ήταν ο Γέροντας Ιάκωβος πού είχα διαβάσει αρκετές φορές το βιβλίο του. Μου είπε: "Μη φοβάσαι, κύριε Γιαννούλη, θα σε βοηθήσω, θα γίνεις τελείως καλά και θα ξαναγυρίσεις στην πατρίδα". Και από εκείνης της ώρας πράγματι έγινα τελείως καλά».Από τις υπάρχουσες προφορικές και γραπτές μαρτυρίες των πιστών διαπιστώνεται ότι ο Γέροντας Ιάκωβος έχει μεγάλη παρρησία στο θεό και γι' αυτό ευχόμεθα να πρεσβεύει υπέρ υγείας όλων μας στο δωρεοδότη Θεό.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ


Ο Αγιος Αρχιεπίσκοπος Λουκάς ο Ιατρός, κατά κόσμον Βαλεντιν του Φέλιξ Βόϊνο-Γιασενέτσκι, γεννήθηκε στις 14/27 Απριλίου 1877 στο Κερτς της χερσονήσου της Κριμαίας.

Ο Βίος και οι Ομιλίες του Αγίου Λουκά απευθύνονται σε θνητά όντα που αναζητούν την χαμένη, αθάνατη θεική τους ταυτότητα.

Ο Αγιος Αρχιεπίσκοπος Λουκάς ( Βαλεντίν Βόινο-Γιασενέτσκι ) , έζησε στήν χειρότερη περίοδο της νεώτερης Ευρωπαϊκής ιστορίας, μέσα σε ένα καθεστώς εχθρικό προς κάθε θρησκεία αλλά και ελευθερία. Έζησε και πάλεψε σαν Ιατρός και απλός πολίτης σε 2 παγκόσμιους πολέμους και δεκάδες κινήματα η επαναστάσεις.


Τα βάσανα, οι φυλακές της Υπέρ Σιβηρίας και το πολικό κρύο θα έπρεπε να τον είχαν σκοτώσει δεκάδες φορές. Και μόνο το γεγονός της επιβίωσης του σε τόσο ακραίες συνθήκες επί μήνες, θα πρέπει να αποδοθεί σε σωρεία θαυματουργικών παρεμβάσεων.


Η εξουσία με τις δολοπλοκίες της, θα έπρεπε με την σειρά της να τον είχε εκτελέσει, και τελικά ο β' παγκόσμιος πόλεμος και ο Στάλιν θα περίμενε κανείς ότι θα έσβηναν ότι πιθανόν είχε απομείνει από αυτόν τον άνθρωπο.


Ο Αγιος Λουκάς αποτελεί ένα παγκόσμιο φαινόμενο, απόλυτα καταγεγραμμένο. Ελάχιστες φορές στην Νεώτερη Χριστιανική Ιστορία, θείες δυνάμεις κάνουν τόσο εμφανή την παρουσία τους σε ανθρώπινο ον και παραμένουν μαζί του προστατεύοντας το μέχρι τον φυσικό θάνατο. Στην περίπτωση του Αγίου Λουκά η επιβίωση του και μόνο αποτελεί κορυφαία απόδειξη της άμεσης σχέσης του με το Θείο.


Η Θειική παρουσία συνεχώς παρεμβαίνει και ενεργεί στην ζωή του Αρχιεπισκόπου. Το συνεχώς... αφορά πενήντα και πλέον χρόνια ! Μισό αιώνα ο Αγγελος του Θεού περιβάλλει με αόρατο πέπλο προστασίας εναν Ιατρό που χωρίς καν να το γνωρίζει έμελλε να σώσει χιλιάδες ζωές και να Αγιάσει σε εποχές σκότους.


Για δεκαετίες ολόκληρες το θείο τον φωτίζει και τον ενδυναμώνει ψυχικά και πνευματικά .Του χαρίζει πνευματικές δυνάμεις και ιατρικές ικανότητες πολύ πέρα από τα όρια του φυσιολογικού και ταυτόχρονα τον προστατεύει απ τις καθημερινές προκλήσεις του χειρότερου καθεστώτος που γνώρισε ποτέ ο άνθρωπος.


Ο Κύριος στο πρόσωπο του Αγίου Λουκά ευλόγησε και ανύψωσε την επιστήμη και την έρευνα των ανθρώπων, αρκεί αυτή να μένει πάντα συνδεδεμένη με την Πίστη και την Γνώση.


Στα χρόνια του το κόμμα εκτελούσε χωρίς δίκη όποιον τολμούσε να κάνει ακόμα και το σημείο του Σταυρού. Χιλιάδες μοναχοί εκτελέστηκαν χωρίς δίκη. Χιλιάδες άνθρωποι θανατώθηκαν χωρίς λόγο, απλά διότι ο γείτονας ( μέλος του κόμματος ) τους κατέδιδε στην Επιτροπή Εκτέλεσης.


Ο Βαλεντίν Βόινο-Γιασενέτσκι, ,μετέπειτα επίσκοπος Λουκάς , αντιμετώπισε με τρόπο μοναδικό δεκάδες κορυφαία κομματικά στελέχη του καθεστώτος και τις ποικίλες πιέσεις τους. Διώχθηκε , συκοφαντήθηκε , φυλακίστηκε και εξορίστηκε .


Σε εποχές απόλυτης θρησκευτικής απαγόρευσης δεν κατέβασε ποτέ την εικόνα Της Παναγίας από το Χειρουργικό θάλαμο . Οταν τον ανάγκασαν να το κάνει, απλά σταμάτησε να χειρουργούσε . Χειρούργησε μόνο όταν ανέβηκε στον τοίχο η εικόνα Της πάλι.


Ο Στάλιν που τόλμησε και έστειλε στην Σιβηρία για να πεθάνουν ,τους ήρωες στρατιώτες του που μόλις είχαν νικήσει τις δυνάμεις του Αξονα, ο ίδιος Στάλιν αποδέχθηκε το ράπισμα πίστης και αξιοπρέπειας του επισκόπου Λουκά ο οποίος απείχε από την απονομή ( αντίδραση αδιανόητη εκείνη την εποχή ) χαρίζοντας το χρηματικό ποσόν από το βραβείο Στάλιν στους πτωχούς.


Για 55 ολόκληρα χρόνια προκαλούσε με την ζωή, την πίστη και τα λόγια του, τις δυνάμεις του κακού και τις νικούσε καθημερινά, αποδεικνύοντας το μεγαλείο της Θείας προστασίας.


Ο Αγιος Λουκάς αποδεικνύει περίτρανα πως όποιον ο Θεός αποφάσισε να διατηρήσει, ούτε δεινά πόλεμων, ούτε εξορίες σε πολικές θερμοκρασίες αλλά ούτε καν οι φυλακές της Υπέρ-Σιβηρίας μπορούν να λυγίσουν.


Στις 11 Ιουνίου εορτάζεται η μνήμη του αρχιεπισκόπου Κριμαίας Λουκά. Μετά την κοίμηση του, πλήθος θαυμάτων και θαυμαστών θεραπειών καταγράφονται σε όλον τον κόσμο.


Πιστοί που επικαλούνται το όνομα Του και προσεύχονται σε Αυτόν, βρίσκουν θεραπεία. Η Εκκλησία Τον ανακηρύσσει Αγιο, αφού ήδη εν ζωή είχε αναγνωριστεί ως Τέτοιος από τον πιστό λαό.


Ο Βαλεντίν Βόινο-Γιασενέτσκι και μετέπειτα Αγιος Λουκάς, για 50 ολόκληρα χρόνια χάρισε ελπίδα και πνευματική δύναμη σε ένα ταλαιπωρημένο λαό που στερήθηκε την ελευθερία του, την ιστορία του και την θρησκεία του. Τώρα σαν Αγιος ολόκληρης της Ορθοδοξίας χαρίζει ελπίδα και δύναμη, σε οποιονδήποτε διαβάσει την ζωή Του και τις ομιλίες Του

και πνευματική δύναμη σε ένα ταλαιπωρημένο λαό που στερήθηκε την ελευθερία του, την ιστορία του και την θρησκεία του. Τώρα σαν Αγιος ολόκληρης της Ορθοδοξίας χαρίζει ελπίδα και δύναμη, σε οποιονδήποτε διαβάσει την ζωή Του και τις ομιλίες Του

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» Στυλιανού Ν.Κεμεντζετζίδη Σπαρτάκου 6, 566 26 Συκιές θεσσαλονίκη. Τηλ. (2310)212659. FAX: (2310)207340 / kypseli1@otenet.gr


Σχόλιο
Διαβάζοντας κανείς τον βίο και τις ομιλίες του Αγίου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Αγιος Λουκάς για πολλά από τα 84 χρόνια του, ζούσε ταυτόχρονα σε δύο κόσμους, τον φθαρτό κόσμο των ανθρώπων που κάθε ον, τον μοιράζεται με τους αγγέλους και δαιμόνες και αυτόν του άφθαρτου Θεού. Έτσι και δόξασε τον Δημιουργό νικώντας όλες τις αρνητικές δυνάμεις ανθρώπων και δαιμόνων μαζί . Σήκωσε στις πλάτες του την καταδιωκτική δύναμη του κακού για 50 ολόκληρα χρόνια.


Αρχικά σαν ιατρός έσωζε το φθαρτό σώμα και μετέπειτα σαν επίσκοπος το άφθαρτο πνεύμα μαζί με το σώμα . Έφτασε τελικά στις ομιλίες Του να λειτουργεί σαν ενδιάμεσος, η μάλλον σαν αποκωδικοποιητής της Θειικής θέλησης που τόσο είχε λείψει και ξεχαστεί όλα αυτά τα χρόνια ( δια της βίας ) στην Ρωσία και απανταχού στην Ορθοδοξία.


Τελικά την πλέον κατάλληλη εποχή ιστορικά, επαναπροσδιόρισε την σχέση επιστήμης - κλήρου και αγιοσύνης καταλήγοντας να γίνει σημείο αναφοράς για το πως θα μπορούμε να ορίζουμε στην νέα εποχή της επιστήμης και τεχνολογίας την λέξη " Αγιος" .


Τα τελευταία λόγια του, προσγειώνουν απότομα τον άνθρωπο στην σκληρή αιώνια πραγματικότητα, όντας ιδιαίτερα συγκλονιστικά και δραματικά διότι βίωνε καθημερινά ο ίδιος τους δαίμονες που περιγράφει, επί μισό αιώνα. Μέσα σε 20 μόνο γραμμές καταφέρνουν να χωρέσουν όλη την δυστυχία αλλά και την ελπίδα του γένους των ανθρώπων. Στα λόγια αυτά και τα νοήματα που κρύβουν, πρέπει να εστιάσουμε όλοι τώρα μήπως και αλλάξει κάτι σε τούτο τον κόσμο.


Ποιος μπορεί να κοιμάται ήσυχος μετά από αυτήν την δήλωση - προειδοποίηση ενός τόσο σημαντικού προσώπου...


Ψυχές και σώματα βρήκαν θεραπεία, και συνεχίζουν ως τις μέρες μας, χάρη στον αρχιεπίσκοπο Λουκά που συνδύασε με τρόπο μοναδικό στο πρόσωπο του την υψηλή επιστημονική κατάρτιση και την πνευματική διακονία στο Ιερό Θυσιαστήριο της Εκκλησίας.


Ιατρό και ποιμένα, Λουκά τιμήσωμεν, Συμφερουπόλεως ποίμνης, Αρχιερέα λαμπρόν, τον βαστάσαντα Χριστού τα θεία στίγματα, τας εξορίας, τα δεινά, εγκλεισμούς εν φυλακαίς, τας θλίψεις και τα ονείδη, τον επ εσχάτων φανέντα, εν Ρωσία νέον Αγιον. (απολυτίκιον Αγίου Λουκά Κριμαίας).


Το Νοέμβριο του 1995 ανακηρύχθηκε Αγιος από την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία.


Στις 24-25 Μαΐου 1996 ήρθε και η επίσημη ανακήρυξή του από το Πατριαρχείο της Ρωσίας.


Η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 11 Ιουνίου, επέτειο της κοίμησις του.

Τελευταία λόγια του Αγίου Λουκά ( μαγνητοφωνήθηκαν σε video και παρουσιάζουμε την ακριβή μετάφραση τους )


Παιδιά μου πολύ σας παρακαλώ,


Ντυθείτε με την πανοπλία που δίνει ο θεός
για να μπορέσετε να αντιμετωπίσετε τα τεχνάσματα του διαβόλου.


Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο πονηρός είναι.


Δεν έχουμε να παλέψουμε με ανθρώπους, αλλά με αρχές και εξουσίες
δηλαδή με τα πονηρά πνεύματα.


Προσέξτε!

Τον διάβολο δεν τον συμφέρει να δέχθεί κανείς την ύπαρξη του
να σκέφτεται και να αισθάνεται οτι είναι κοντά στον άνθρωπο.


Ενας κρυφός και άγνωστος εχθρός είναι πιό επικίνδυνος από έναν ορατό εχθρό.


Ο πόσο μεγάλος και τρομερός είναι ο στρατός των δαιμόνων.


Πόσο αμέτρητο είναι το μαύρο τους πλήθος!


Αμετάβλητα,ακούραστα,μέρα και νύχτα,επιδιώκουν να σπρώξουν όλους εμάς
που πιστεύουμε στο όνομα του Χρηστού,να μας παρασύρουν στό δρόμο της απιστίας της κακίας και της ασέβειας.


Αυτοί οι αόρατοι εχθροί του Θεού,εχουν βάλει ως μοναδικό τους σκοπό μέρα και νύχτα να επιδιώκουν την καταστροφή μας.


Όμως μη φοβάστε,πάρτε δύναμη απο το όνομα του Ιησού"

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2009






Άγιος Εφραίμ



Ο Άγιος Εφραίμ γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1384μ.Χ. Ήταν ένα από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας Μόρφη. Οι γονείς του όταν βάπτισαν τον Άγιο του έδωσαν το όνομα Κωνσταντίνος. Σε μικρή ηλικία ο Άγιος Εφραίμ ορφάνεψε από πατέρα. Από εκείνη την στιγμή η μητέρα του ανέλαβε εξ ολοκλήρου την φροντίδα της οικογένειας. Στην φροντίδα αυτή συμπεριέλαβε και την χριστιανική αγωγή των παιδιών της. Ο Άγιος από μικρός έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για τον Θεό και την Χριστιανική πίστη.


Όταν ο Άγιος Εφραίμ ήταν δεκατεσσάρων ετών, στην περιοχή των Τρικάλων γινόταν από τους Τούρκους, υπό τις διαταγές του Σουλτάνου Βαγιαζίτ του 1ου, επιχειρήσεις παιδομαζώματος. Το παιδομάζωμα ήταν το πρώτο στάδιο της δημιουργίας των Γενίτσαρων. Μάζευαν οι Τούρκοι μικρά Ελληνόπουλα, τα έστελναν στην Τουρκία όπου σε ειδικά στρατόπεδα τα μεγάλωναν γεμίζοντας την καρδιά τους αγάπη για τον Αλλάχ και μίσος για τον Χριστό και την Ελλάδα. Αυτά τα Ελληνόπουλα γίνονταν οι φοβεροί Γενίτσαροι, που όπως λένε πολλές μαρτυρίες ήταν σκληρότεροι και από τους ίδιους τους Τούρκους.


Φοβούμενη η μητέρα του Αγίου ότι θα τον πάρουν και αυτόν οι Τούρκοι, τον συμβούλεψε να φύγει από το πατρικό του σπίτι και να κατευθυνθεί σε περιοχές της Ελλάδας που δεν ήταν ακόμα κάτω από τον Τουρκικό ζυγό. Όταν έφτανε σε μια τέτοια περιοχή, τον ορμήνεψε, να βρει ένα μοναστήρι και να εισαχθεί εκεί ως δόκιμος μοναχός, μιας και η μοναστική ζωή ήταν κάτι που επιθυμούσε και ο ίδιος. Τις συμβουλές αυτές ακολούθησε ο Άγιος Εφραίμ και μετά από πολλούς κόπους έφτασε στο όρος Αμώμων της Αττικής. Είναι το όρος που, στις μέρες μας, στους πρόποδες του είναι χτισμένη η Νέα Μάκρη. Στο όρος είχαν μαζευτεί χριστιανοί ασκητές, και από αυτούς ονομάστηκε όρος Αμώμων, δηλαδή όρος των Καθαρών. Εκεί υπήρχε και το ανδρικό μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Σε αυτό το μοναστήρι κατάφυγε ο Άγιος Εφραίμ και έμεινε έως την ηλικία των 18 ετών ως δόκιμος μοναχός της μονής.


Στην ηλικία των δεκαοκτώ χρίστηκε μοναχός και έλαβε το όνομα Εφραίμ (όπως έχουμε αναφέρει μέχρι τότε ονομαζόταν Κωνσταντίνος). Μετά δε από λίγα χρόνια χειροτονήθηκε Ιερέας. Στο μοναστήρι περνούσε πολύ λίγο χρόνο. Συνήθως ήταν απομονωμένος σε μια σπηλιά στην περιοχή όπου και ασκήτευε.


Τα χρόνια περνούσαν και η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε υποδουλώσει σχεδόν όλη την Ελλάδα. Στην περιοχή της Αττικής δρούσαν Τουρκικά στρατεύματα υπό τις διαταγές του Εβρενόμπεη. Μέρος αυτών των στρατευμάτων, το 1424, αναπτύχθηκε στην περιοχή του όρους Αμώμων και άρχισε να καταστρέφει, να λεηλατεί και να δολοφονεί, κάνοντας πράξη την συνήθη τακτική των Τουρκικών στρατευμάτων τον καιρό εκείνο. Έτσι έφτασαν και στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και απαίτησαν να τους παραδοθούν οι θησαυροί του μοναστηριού. Το μοναστήρι όμως ήταν φτωχό και το μόνο που κατάφεραν να πάρουν οι Τούρκοι από εκεί ήταν οι ζωές όλων των μοναχών που σφαγιάστηκαν στην αυλή του μοναστηριού.


Ο Άγιος την ημέρα εκείνη δεν ήταν στο μοναστήρι. Όταν το επισκέφθηκε την επόμενη, βρήκε τα πτώματα των μοναχών στην αυλή και το μοναστήρι κατεστραμμένο. Αφού φρόντισε για την ταφή των μοναχών, αποσύρθηκε μόνιμα πλέον στην σπηλιά που ασκήτευε. Στο μοναστήρι κατέβαινε μόνο στις μεγάλες εορτές για να λειτουργήσει στην εκκλησία του. Σε μια τέτοια εορτή, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1425 (ημέρα μνήμης της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού), ξαναεπισκέφθηκαν οι Τούρκοι την μονή. Συνέλαβαν τον Άγιο και άρχισαν να τον υποβάλουν σε φρικτά βασανιστήρια προσδοκώντας να τους αποκαλύψει τυχών μυστικές κρύπτες με θησαυρούς που δεν είχαν καταφέρει να ανακαλύψουν. Οκτώ ολόκληρους μήνες ο Άγιος υπέμενε τα φρικτά βασανιστήρια των Τούρκων έως τις 5 Μαΐου του 1426 κρεμασμένος ανάποδα καρφωμένος με καρφιά στον κορμό μιας μουριάς, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, σε ηλικία 42 ετών.


Στις μέρες μας στο μοναστήρι αυτό μένουν και υπηρετούν μοναχές. Το λείψανο του Αγίου Εφραίμ φυλάσσεται εκεί και καθημερινά εκατοντάδες πιστών το επισκέπτονται ζητώντας από τον Άγιο την ευλογία και την βοήθεια του. Ο Άγιος με την χάρη του Θεού έχει κάνει χιλιάδες θαύματα. Στον περίβολο της μονής, και προστατευμένη από κτίσμα που χτίστηκε γύρω της, υπάρχει η μουριά πάνω στην οποία ο Άγιος Εφραίμ άφησε την τελευταία του πνοή. Η ηρεμία που επικρατεί στον χώρο είναι κάτι που δεν περιγράφεται με λέξεις. Θα την νιώσετε κι εσείς όταν με την βοήθεια του Χριστού επισκεφθείτε τον Άγιο Εφραίμ στην μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στην Νέα Μάκρη Αττικής.


Η εκκλησία μας έχει αφιερώσει στην μνήμη του Αγίου Εφραίμ δύο ημέρες του έτους. Την 5η Μαΐου όπου τιμούμε το μαρτυρικό θάνατο του Αγίου και την 3η Ιανουαρίου όπου τιμούμε την ανεύρεση των ιερών λειψάνων του. Τα ιερά λείψανα του Αγίου Εφραίμ βρέθηκαν με Θεία Παρέμβαση το 1950, 524 ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατο του.

















Α Φ Ι Ε Ρ Ω Μ Α

Εις την Οσιωτάτη και Περιλημένη Μητέρα ημών

+ Μοναχή Μακαρία Δεσύπρη,

Καθηγουμένη και Κτιτόρισσα Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και Αγίου Εφραίμ,

Όρους Άμωμων Αττικής

Μνήμη, Ευγνωμοσύνη και Αγάπη


ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΗΣ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΗΣ +ΜΟΝΑΧΗΣ ΜΑΚΑΡΙΑΣ ΔΕΣΥΠΡΗ (1911-1999)

Οσιωτάτη Καθηγουμένη +Μοναχή Μακαριά, κατά κόσμον Μαργαρίτα Δεσύπρη, έγεννήθη την 12ην Μαρτίου 1911 στο χωριό Φαλατάδο της Τήνου. Γόνος πολύτεχνης ευσεβούς οικογένειας εγαλουχήθη στα νάματα της Ορθοδοξίας από τους ευσεβείς γονείς της, Μαρίνα και Γεώργιο, ιδιαίτερα δε από τον ιερέα πάππο της εκ μητρός, π. Αντώνιο, ον και υπερηγάπα.

Η ευσεβής μήτηρ της, ως άλλη Εμμέλεια ηξιώθη νά αφιέρωση στον Κύριο δύο θυγατέρας μοναχάς, την Μοναχή Πελαγία και την Μακαριστή Καθηγουμένη μας, και έναν υιό ιερέα, τον π. Ανδρέ­α Δεσύπρη, τον μόνο επιζώντα σήμερον.

Προσήλθεν στην ταξί των Μοναχών ως Δόκιμος στις 11 Δεκεμβρίου 1930· εκάρη Μοναχή στις 31 Ιουνίου 1932 από τον μακαρι­στό Ιερομόναχο Πέτρο Βλοτίλδη και στις 29-6-1935 εχειροτονήθη σε Μεγαλόσχημο επί Μακαριωτάτου Χρυσοστόμου στην Ιερά Μονής Αγίου Ιεροθέου στα Μέγαρα Αττικής.

Όμως ο Κύριος της Δόξης την εκάλει δι' άλλους αγώνας. Η περίοδος της Κατοχής την ευρίσκει στις γυναικείες φυλακές του Α­βέρωφ στην Αθήνα, όπου παρηγορούσε φυλακισμένες και περιέθαλπε μετά αγάπης πολλής τα τέκνα τους.

Το καλοκαίρι του 1945 επισκεφθείσα την Νέα Μάκρη Αττικής ανηφόρησε δια να ανάψη το καντηλάκι των ερειπίων τής πάλαι ποτέ Σταυροπηγιακής ανδρώας Ιεράς Κοινοβιακής Μονής του Ό­ρους των Αμώμων, όπως αργότερα τής απεκαλύφθη θαυμαστώς έκτοτε, πληροφορηθείσα εσωτερικώς ότι «ο τόπος ούτος Άγιος έστι» παρέμεινεν αδιαλείπτως μέχρι την εκδημία της.

Εγκατασταθείσα στα ερείπια διεβίωσε στο κελλίο της με αφαντάστους στερήσεις, κάτω από τελείως αντίξοες συνθήκες. Την νύκτα έπλεκε κάλτσες «διά να προσπορίζεται τα προς το ζην» και την ήμερα «ξέθαβε» τα ερείπια του μικρού ναΐσκου του Ευαγγελισμού, διότι ήθελε να εύρη τους θεμέλιους λίθους των Πατέρων και επ' αυτών να ανοικοδόμηση τον Ναόν και τα κελλία των Μοναχών.

Πολλάκις ησθένησεν και παρέμεινε στο κελλίο της «πυρέσουσα εν καιρώ χειμώνος» χωρίς σκεπάσματα, χωρίς πόρτες και παράθυρα. Περαστικός τις τσοπάνος της έριξε την κάπα του, ό­ταν αντελήφθη, ότι έζη άνθρωπος ασθενής στα ερείπια ταύτα.

Όμως ό Θεός της επεφύλασσεν υψίστη τιμή: την αποκάλυψι των Λειψάνων του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Εφραίμ του Θαυματουργού μετά πεντακοσίων χρόνων κατάκρυψι στην γη.

ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

Καθισμένη πάνω στα ερείπια του παλιού Μοναστηριού, όπου ή θεία πρόνοια ωδήγησε τα βήματα μου, έφερνα τον στοχασμό μου σε χρόνια περασμένα, σε παλιούς καιρούς, όταν σκορπισμένα ή­ταν παντού τα κόκκαλα των Αγίων, πού με το αίμα τους ποτίστη­κε το δέντρο της Ορθοδοξίας. Και καθώς καταγινόμουν στο κα­θάρισμα απ' τα χαλάσματα της Ιεράς Μονής, αναλογιζόμουν ότι βρίσκομαι σε ιερό τόπο, και έλεγα· Θεέ μου αξίωσε με την ανάξια δούλη σου να ίδω έναν από τους πατέρας πού έζησαν εδώ. Και ενώ πέρασε αρκετός καιρός κατά τον όποιο συνεχώς παρακαλού­σα, ένιωθα μία φωνή μέσα μου να μου λέγει: «σκάψε εκεί και θα βρεις αυτό πού επιθυμείς» και θαυμαστώς μου υπέδειξε με τρόπο μυστηριακό ένα κομμάτι γης στο προαύλιο του Μοναστη­ριού. Ό καιρός περνούσε και ή φωνή πιο δυνατή, πιο φλογερή με προέτρεπε· «Σκάψε και θα βρεις αυτό που επιθυμείς» κι έδειξα τον τόπο στον εργάτη πού είχα φωνάξει εκείνες τις μέρες για μία μικρή επισκευή στο παλιό Ηγουμενείο. Εκείνος ό άνθρωπος δεν ήταν πρόθυμος να σκάψει εκεί πού με ωθούσε ή εσωτερική φωνή. Ήθελε να σκάψει κάπου πιο πέρα, οπουδήποτε άλλου. Στην επιμο­νή του τον άφησα να πάει όπου ήθελε, και εγώ έμεινα εκεί και προσευχόμουν να μην μπορεί να σκάψει, να βρίσκει βράχους, για να αναγκαστεί να έλθει στον τόπο πού με ωθούσε εκείνη ή φωνή.

Και πράγματι, ενώ προσπάθησε σε τρία-τέσσερα μέρη, συνεχώς έβρισκε βράχους και γι' αυτό επέστρεψε εις τον τόπο πού αρ­χικώς του υπέδειξα.

Ο τόπος εκείνος από το τζάκι, τις τρεις θυρίδες, το μισογκρε­μισμένο τοίχο, όλα αυτά μαρτυρούσαν πώς κάποτε υπήρξε κελί κάποιου Μοναχού και πού έμειναν τα ερείπια αυτά για να μας πουν το δράμα πού κάποτε συνέβη εκεί.

Καθαρίσαμε τον τόπο από τις πέτρες, και άρχισε ο εργάτης εκείνος να σκάβη κάπως νευρικά, κάπως θυμωμένα και επειδή φοβόμουνα να μη μου κάνη ζημιά, του είπα: «μην βιάζεσαι, μην κουράζεσαι, κάνε πιο σιγά», άλλ' επειδή δεν με άκουγε και έσκα­βε με τον ίδιο ρυθμό, τού είπα: «Μήπως είναι και κανείς θαμμέ­νος και κάνεις ζημιά! Σε παρακαλώ, πρόσεχε». Και τότε κατάλα­βε και μου είπε «νομίζεις ότι θα είναι αλήθεια αυτό πού έχεις στο νου σου;» Και αλήθεια ήμουν τόσο βεβαία σαν να τον έβλε­πα. Και προχωρώντας τώρα εις την αγία και ιεράν εκταφή, και φθάνοντας περίπου ένα και εβδομήντα βάθος πρώτα έφερε εις το φως ο κασμάς το κεφάλι τού άνθρωπου του Θεού. Την ίδια δε στιγμή σκορπίστηκε άρρητη ευωδία σε όλη τη γύρω ατμόσφαιρα. Ό εργάτης χλώμιασε, δέθηκε ή γλώσσα του, κόπηκε ή μιλιά του.

«Άφησε με μόνη, σε παρακαλώ», είπα στον εργάτη, και απο­μακρύνθηκε.

Γονάτισα με ευλάβεια και ασπάστηκα το σκήνωμα τού Άγιου και αισθάνθηκα βαθειά την έκταση του μαρτυρίου του.

Η ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση, απόκτησα μεγάλο θησαυ­ρό, και παίρνοντας το χώμα με προσοχή έβλεπα την αρμονία του σκηνώματος του, πού, αν και τόσους αιώνες μέσα στη γη, δεν εί­χε αλλοιωθεί.

Χαρακτηριστικόν, ότι επρόκειτο για κληρικόν, είναι το ό­τι παίρνοντας το χώμα εις την θέσιν όπου ήσαν τα άγια του χέ­ρια, είδα το στρίφωμα του μανικιού του ράσου, πού δεν υπήρχε ούτε ή ελάχιστη σκόνη, ολοκάθαρο, χονδροϋφασμένο από αργα­λειό του παλαιού καιρού· το πάχος της κλωστής ήταν πάνω από χιλιοστό και προχωρώντας κάτω εις τα πόδια και πάλιν να! το στρίφωμα τού ράσου του, όπως και εις τα χέρια του ολοκάθαρο, και τα πέλματα του είχαν αποτυπωθεί στο χώμα. Δεν ήξευρα τι πρώτα να κάνω να χαρώ ή να τον κλάψω· πώς βρέθηκε εκεί θαμ­μένος ο τού Θεού άνθρωπος; Τι να είχε συμβεί; Τι, να είδαν τα μάτια του; Έλεγα, κάποιο δράμα θα συνέβη. Και προσπαθώντας να καθαρίσω τα οστά από τη λάσπη των δακτύλων του έθρυμματίζονταν, διότι ή βροχή είχε ποτίσει μέχρι κάτω το βάθος του τάφου του, γι' αυτό και τα έτοποθέτησα, όπως ήταν στην θυρίδα, πού ήταν πάνω από τον τάφο του.

- Μα τι να σας πω και για κείνη την βροχή; Λες και ο Ουρανός έριχνε ασημένια φυλλαράκια με τα όποια έραινε τον Άγιο και τον τάφον του.

Ήταν βράδυ, διάβαζα τον Εσπερινό, ήμουν μόνη ακόμα σ΄ αυτόν τον άγιο τόπον, πού μ' έφερε ό Κύριος να τον υπηρετήσω, και ξαφνικά ακούω βήματα, πού ξεκινούσαν από το βάθος του τάφου, προχώρησαν εις την αυλή και έφτασαν εις την πόρτα της Εκκλησίας. Τα βήματα του ήκούοντο δυνατά και σταθερά τόσον, ώστε ένιωσα μέσα μου ότι ήτο ή μόνη φορά πού φοβήθηκα, αι­σθάνθηκα το αίμα μου να μουδιάζει εις το κεφάλι μου και από το φόβο μου ούτε γύριζα πίσω να ιδώ, οπότε ακούω τη φωνή του να μου λέγει:

«Έως πότε θα με έχεις εκεί πέρα; Κι αυτός που μου έβαλε το κε­φάλι μου έτσι ....» Τότε γύρισα και τον είδα ήτο υψηλός εις το α­νάστημα, με μάτια μικρά στρογγυλά, με ελαφριές ρυτίδες στην ά­κρη, τα γένια του έφθαναν και εκάλυπταν τον λαιμό, και κάπως εδώ και εκεί με χάρι εδιχάζοντο πλαγίως και έμπροσθεν και ολί­γον σγουρά, χρώματος μαύρου, με όλη την μοναχική αμφίεση· στο αριστερό του χέρι υπήρχε φως υπέρλαμπρον και το δεξί του χέρι ευλογούσε.

- Ή ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση και χαρά ανεκλάλητο· πήρα θάρρος και δύναμι, ο φόβος εξαφανίστηκε, τον ένιωσα δικό μου και του είπα.

Συγχώρησέ με, και αύριο, μόλις ξημερώσει ο Θεός την ήμερα θα σε περιποιηθώ, και αμέσως έγινε άφαντος, και συνέχισα τον Εσπερινό μου εν ειρήνη. Το πρωί μετά την ακολουθία του Όρθρου επήρα τα άγια οστά και τα εκαθάρισα από τα χώματα, τα έπλυνα καθαρά, και τα απόθεσα στο Λερό σε μία παλιά θυρίδα, αφού ά­ναψα και ένα καντηλάκι.

Το βράδυ τής ιδίας ημέρας βλέπω στον ύπνο μου τον Όσιον άνθρωπον του Θεού μέσα εις την Εκκλησίαν όρθιον, αριστερά όμως και κοντά στον Άγιο, είδα όρθια και στο ανάστημα τού Αγίου, μια περίλαμπρη ωραιότατη εικόνα του Άγιου, πού την κρατούσε με το ένα του χέρι αγκαλιασμένη. Ήταν από παλαιό ασήμι σφυ­ρηλατημένη και με το χέρι εργασμένη, δίπλα του βρισκόταν ένα μανουάλι και εγώ τού έβαλα μία λαμπάδα αναμμένη από καθαρό κερί, και τότε άκουσα την φωνή του να μου λέγει:

«Σ' ευχαριστώ πολύ. Ονομάζομαι Εφραίμ».

Πέρασε αρκετός καιρός και είχα μέσα μου μία απορία για τούτο το περιστατικό. Μία μέρα. και μετά το τέλος του Εσπερινού, καθώς άπλωσα το χέρι μου για να κλείσω την πόρτα τής Εκ­κλησίας ακούω τρία χτυπήματα, σαν από κεχριμπαρένιο κομπολόι. Κατάλαβα ότι ήταν ο Άγιος, εμπήκα στο ιερό, διότι είχα εκεί τοποθετημένα τα Αγία του λείψανα, άναψα ένα κεράκι και προσκύνησα. "Αλλά τι να πω και τι να λαλήσω δια την ουράνιον εκείνην ευωδία πού ανέπεμπαν τα άγια του Λείψανα! Χείμαρρος πραγματικός επλημμύρισε όλο μου το είναι, αισθάνθηκα εντός μου τον Παράδεισον, μα και την ταπεινότητα μου σ' αυτό το με­γαλείο.

+Καθηγουμένη Μοναχή Μακαριά

Το 1950 η Μακαριστή Γερόντισσα πλαισιωθελίσα από τας πρώτας προσελθούσας Μοναχάς προέβη στην ανασύστασι τής παλαίφατης Μονής και μέσα από πολύχρονους στερήσεις, κόπους και αγώνας, «την ανέ­δειξε μεγάλο προσκυνηματικό κέντρο τής Παγκό­σμιας Ορθοδοξίας» χάρι στην δύναμη του Θαυματουργού "Αγί­ου μας Εφραίμ, όπως ομολογούν σύγχρονα μεγάλα πνευματικά αναστήματα.

Το «θαυμαστό Σέμνωμα» του Όρους των Άμωμων ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Εφραίμ ο Θαυματουργός, χάριτι Θεού και αόκνοις προσπάθειαις τής Μακαριστής Καθηγουμένης Μακαριάς κατέ­στη γνωστός απανταχού σχεδόν τής Γης και ως σύγχρονος κολυ­μπήθρα του Σιλωάμ παρέχει «πάσιν τοις αιτούσιν ιάματα».

Ή «Μητέρα Μακαρία», η «Μάννα των πονεμένων», όπως την απεκάλουν οι ίδιοι οι πιστοί, διότι έτσι την αισθάνονταν, σ' ό­λο τον επίγειο βίο της, παρά τα αλεπάλληλα εμφράγματα πού εί­χε υποστεί, τον σακχαρώδη διαβήτη, πού την εταλαιπώρει και το θραύσμα βλήματος πού έφερε στην κοιλιακή χώρα από τα χρόνια τής Κατοχής, περιχαρής διηκόνει πάντα πιστόν προσερχόμενο και εξαιτούντα την Αγία Προσευχή της. Σχεδόν νυχθημερόν προσηύχετο και ενουθέτει πνευματικά ορφανά, χήρας, διαζευγμένους, νέους και ασθενείς, επιστήμονας και βιοπαλαιστάς, μονα­χούς και μοναχάς. Πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι τής εζήτουν να ευλόγηση τις διατριβές τους, εκπαιδευτικοί το έργο τους και δι­καστικοί τις οικογένειες τους.

Ακάματη στην διακονία του Θείου Λόγου, αυστηρά αφοσιωμένη στην "Ορθόδοξη Λατρεία, ασκήτρια στην μοναχική της ζωή. «ετρέφετο με την λειτουργική ζωή. την μελέτη του Θείου Λόγου, την αδιάλειπτη προσευχή και την σιωπή».

Ολιγομίλητη με μία έκφραση «χαρμολύπης» διάχυτη στο γλυ­κό και τρυφερό, γεμάτο αγάπη και ταπείνωση βλέμμα της. προσπα­θούσε να απόκρυψη τις πλούσιες δωρεές με τις όποιες την είχε πε­ριβάλει ο Δωροθέτης Κύριος.

Η βαθύτατη πίστη της, η ευγένεια και το πράον του χαρακτήρος της, η διακριτικότητα, η ανεξικακία, η συγχωρητικότητα, η «χωρίς όρια φιλανθρωπία» της και ή απέραντη αγάπη της προς «πάντα άνθρωπον» σημάδεψαν καθοριστικά την Αγία της Μορφή.

Χωρίς οικονομικούς πόρους συνετήρει μέχρι το 1980 ορφα­νοτροφείο με 70 περίπου παιδιά σχολικής ηλικίας, στα όποια παρείχε στέγη, τροφή, ενδυμασία και παιδεία στοιχειώδους βαθμίδος, όσα δε επρόκοπτον στα γράμματα τα έφτασε μέχρι των Ανωτάτων "Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και σήμερον ομολο­γούν ότι «τα εχόρταινεν εκ του μηδενός». Δια να ανταπεξέλθη δε στις ανάγκες τους εξέθετε στον προαύλιο χώρο του Ζαππείου μεγάρου των Αθηνών εργόχειρα της αγάπης της. μη φειδομένη χρόνου, κόπου, μόχθου και αποστάσεων.

Αν και δεν είχε Πανεπιστημιακή μόρφωση, προέβη σε έκδοση Πατερικών κειμένων, «Λόγοι Ασκητικοί Βασιλείου του Μεγά­λου» και σε σύνταξη Παρακλητικού Κανόνος και ακολουθίας Χαιρετισμών προς τον Άγιον της Εφραίμ, τον όποιον υπερηγάπα. Τα θαύματα δε του οποίου κατέγραψε και εξέδωσε σταδιακά σε (10) δέκα τόμους δια να στηρίζει και να ενδυναμώνει τους πι­στούς. Επεδίδετο ακόμη και στην Αγιογραφία Ιερών Μορφών της Ορθοδοξίας μας.

Απαντούσε καθημερινά σε πλήθος τηλεφωνημάτων και επι­στολών πιστών που εδέχετο, ενώ προσηύχετο θερμά και εσταύρωνε υπομονετικά με τεμάχιο Ιερού Λειψάνου του Άγιου τους ευσε­βείς πού ζητούσαν την προσευχή της.

Ετέλεσε ατομικές και ομαδικές βαπτίσεις Βορειοηπειρωτών τους οποίους εφιλοξένησε επί διετία μετά των οικογενειών τους στον ξενώνα της Μονής.

Το μελίρρυτο στόμα της ακαταπαύστως μέχρι τελευταίας ανα­πνοής εδόξαζε τον Κύριο, την Παναγία Παρθένο και τον Άγιον της Εφραίμ στον όποιο ανέθετε «πάσαν την ζωήν ημών».

Δεν αξιώθηκε να ζήση την επίσημη αναγνώρισι του Μεγάλου Αγίου της, ενώ διαρκής πόθος της ήταν να πάρει ή ίδια με τα χέ­ρια της από το Πατριαρχείο την πολυπόθητη Πατριαρχική Πράξι της Αγιεπωνυμίας.

Ό Κύριος της Δόξης επέτρεψε σε βαθύτατο γήρας να σήκωση μεγάλο σταυρό. Τον σήκωσε με καρτερία και σιωπή. Αντιμετώπι­

Την προτεραία τής Αγίας Κοιμήσεως της έψαλε με χαρά με παρευρισκόμενο Ιερέα Αναστάσιμα Τροπάρια στο κρεβάτι του πόνου.

Η τελευτή της υπήρξεν απολύτως ήρεμη και οσιακή· άλλωστε την είχε προείπει προ δεκαετίας και πλέον.

Η Αγία Ψυχή της, ασφαλώς χειραγωγημένη από τον Άγιον της Μεγαλομάρτυρα Εφραίμ τον Θαυματουργόν, αφού μετέλαβε των Άχραντων Μυστηρίων, επέταξε στους Ουρανούς, όπου και άνηκε, στις 23-4-99, ήμερα Παρασκευή περί ώρα 2:20 μ.μ. εορτή του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Άρρητος δε ευωδιά περιέβαλε αμέσως το Σεπτόν της Σκήνωμα στο δωμάτιο του Νοσοκομείου, όπου ενοσηλεύετο, οι δε παριστάμενοι ιατροί, νοσοκόμοι και μέλη τής ακολουθίας τής δακρυρροούντες «εθαύμαζον» δια τα γενόμενα.

Τηλεόραση και Τύπος ανήγγειλαν την εκδημία τής Μακαρι­στής πια +Μοναχής Μακαριάς Καθηγουμένης Ιεράς Μονής Ευαγ­γελισμού και Αγίου Εφραίμ Όρους Άμωμων Αττικής.

Το Σεπτό της Λείψανο εξετέθη σε τριήμερο λαϊκό προσκύνημα εντός του Καθολικού τής Ιεράς Μονής τής οποίας υπήρξε Χάριτι Θεού Κτιτόρισσα και Καθηγουμένη επί ήμισυ αιώνα διά την οποίαν Μονήν ηνάλωσε εαυτόν μέχρι τελευταίας αναπνοής παραμείνασα πιστή στην διακονία του Σαρκωθέντος Λόγου, τής Σταυρωθείσης Αγάπης.

Χιλιάδες πιστοί την προσκύνησαν και περίπου πέντε χιλιάδες την συνόδεψαν στην τελευταία της κατοικία παρά την δυνατή βροχή πού έπεφτε συνεχώς. Κηδεύτηκε πανδήμως υπό πλήθους πι­στών μοναχών και ιερέων, παρουσία των τοπικών Άρχων, του Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος κ.κ. Κλεόπα, χοροστατούντος του Θε­οφιλέστατου Επισκόπου Διαυλείας κ.κ. Δαμασκηνού Καρπαθάκη, όστις μετά των λοιπών ομιλητών και εξήρε την «μεγάλη αυτή μορφή του σύγχρονου γυναικείου μοναχισμού», της «Ταπεινής και φιλαγάθου Καθηγουμένης» του Αγίου Εφραίμ.

Τέλος ευλαβικά εναπόθεσαν το πολυβασανισμένο Όσιο Σώμα της στον απόμερο τάφο πού είχε πρό ετών ή ίδια ετοιμάσει στον Άβατο προαύλιο χώρο της Ιεράς Μονής της «για να αφουγκράται τις ψαλμωδίες και να θεάται τα ένδοξα και εξαίσια πού ο Άγιος επιτελεί στους μετά πίστεως προσερχόμενους στην Μο­νή Του».

Ας είναι ή Ουράνια ζωή σου. Μητέρα Μακαρία, αγγελική, ό­πως και ή επίγεια βιοτή σου και ή 'Αγία Ευχή σου πού «χάρισε στην Οικουμενική "Ορθοδοξία τον Μεγαλομάρτυρα Άγιο Εφραίμ » πάντα να μας εύλογη, να μάς συγχωρεί και να μας αξιώσει της Επουρανίου Βασιλείας. "Αμήν.

Αιωνία Σου ή μνήμη. Πολυσέβαστη και Πεφιλημένη Μητέρα μας.

Εις τα πνευματικά μου τέκνα τάς Μοναχάς

Υπερήφανος Μοναχός δένδρον άριζον και ου μη φέρη προσβολήν

άνεμου. Και ωσάν ή

σαπουνόφουσκα μόλις ραγείσα

αφανίζεται· ούτω και ή μνήμη

του υπερήφανου μετά θάνατον

αφανίζεται. Και όπως ή προσευχή

του ταπεινού κάμπτη τον Θεόν,

τοιοτοτρόπως και ή προσευχή του

υπερήφανου παροργίζη τον Ύψιστον

αγαπητά μου τέκνα και

θυγατέρες μου εν Κυρίω.

Αγαπήσατε τας ύβρεις και

ατιμίας, τας ταπεινώσεις και

εξουδενώσεις και εξουδενώσεις

ίνα ο Κύριος σας συναριθμήση

εν τω χορώ των Μονα­ζόντων

και των Μαρτύρων αγαπήσατε τας ύβρεις· τας ατιμί­ας

μετά λογισμού ταπεινού και

να πιστεύσητε ότι ουδέν είστε

και όταν αυτό πιστεύσητε

εντός σας, τότε ο Κύριος θα

ελεήση τεκνίον μου την

καρδίαν σου και θα σωθήτε

παιδιά μου δια της

ευλογη­μένης ταπεινώσεως.

ή μητέρα σας Μακαριά Μοναχή

έγραφον εν τω κελλίω μου 12-8-64